VOULIARATINOS

GlitterGraphics
English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified


commentscute


thanks Comments

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Άφιξη...



Τόσο προσπάθησα να την αποφύγω!

Το δρόμο επιμήκυνα ακόμα λίγο...

Τοπία ζωγράφισα αγριεμένα,

μη προσπελάσιμα κι απομακρυσμενα...



Τόσο επιδίωξα να χαθώ στο δρόμο..

Να 'χω προμήθεις λίγες Σταγόνες μόνο...

Ξεψυχισμενη και σχεδόν νεκρή

βήμα βήμα να ικανοποιώ την Ψυχή...



Τόσο ικέτεψα τους Οδοιπόρους

να με μυήσουνε στους Αντι-Όρους..

Κόντρα στο γνέψιμο και στο συμβιβασμό...

Κόντρα ακόμη και στον ίδιο μου τον Εαυτό!...



Κι εκεί που τους κανόνες είχα ανατρέψει

Μοίρας το χέρι, που δεν είχα προβλέψει,

ζωγράφισε μια Άφιξη στη μέση της Πορείας

και σμίκρυνε το χρόνο της Επίγειας διορίας...



"Μη με εξορίσεις μές στον προορισμό!

Την Άφιξη την θέλω Στόχο Μακρινό!

Έκοψα εισιτήριο για τις περιπλανήσεις...

Της Ευτυχίας Παίδεμα, μη μου το στερήσεις"



"Λυπάμαι, αλλά φτάσατε στον Προορισμό σας!

Αυτό μόλις το όρισε ο Γήινος Θεός σας..."

...

...

Στην πρώτη μου Ασέβεια, σκοτώνω το Θεό...

και Ταξιδεύω Ελεύθερη, δίχως περιορισμό...



Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

kakia_p είπε...




Απεραντοσύνη στο μπαλκόνι μου,

τυλιγμενο όλο το σύμπαν

σε μία βελούδινη κουβέρτα ...

Όλες οι λέξεις

μια γουλιά καφέ...



Κινήσεις μετρημένες

στον άβακα

που παιδικά μετράει ως το 9...

Κλείνω τα μάτια

κι εκεί ζωντανεύουν Όλα..

Όλα όσα δε χωράνε στην αγκαλιά μου..



οι ευτυχίες, που γλυκαίνουν τον καφέ μου...

οι περίπατοι, που μου έμαθαν τον Κόσμο σου...

οι εξομολογήσεις σου, που ακόμη ανάβουν τ'αστέρια...

οι πειρασμοί, που με αδέξια κόλπα,

χύνουν λίγες σταγόνες καφέ στην κουβέρτα.



Όμως, πάντα ξεχείλιζε το συναίσθημά μας..

πάντα έσταζε το κόκκινο του φιλιού

περίσσεμα αποχρώσεων

και γινόταν χάλια η Ζωή μας...



Σήμερα, δίχως Τίποτε.. μα με Όλα...

κουλουριασμένη γύρω από το Κέντρο του Εαυτού μου

μπροστά στο απέραντο γαλάζιο της θαλασσας,

σε νιώθω...

τριγυρίζεις ακόμη εδώ..



σαν βραχνή χροιά φωνής

στο παρασκήνιο των τραγουδιών...

σαν γεύση ονειροπόλησης

που βούλιαξε στον καφέ μου....
Κρύος αέρας, το στόμα της ξερό


ψηλά οι γιακάδες και τα χέρια στο σακάκι

όποιος κοιτάει και δεν φοβάται το κακό

χάνει τον κόσμο αλλά βρίσκει την Ιθάκη.



Μοιάζει με θάλασσα ετούτη η σιωπή

άδειο προάστιο σαν παλιό σπασμένο ντέφι

όποιος αγγίζει τα ξυράφια θα κοπεί

κι όποιος ξεχνιέται μέσα του δεν επιστρέφει.



Έχει στα μάτια της βαθιά μια προσευχή

την έκλεισε σε μια παγίδα από παιδάκι

ισορροπώντας τη δική της διαστροφή

σκαλίζει γράμματα κι ελπίδες στο παγκάκι.



Ήταν μεγάλη κι ας φαινότανε μικρή

γύρω απ' την έρημο μια όαση ξυπνούσε

μονάχα αστέρια που να πέφτουν έχω δει

το είπε τότε που γι αστέρια της μιλούσε.



Πνιγμένοι άγγελοι κοιμούνται στους βυθούς

μα οι ουρανοί είναι γεμάτοι με ναυάγια

ξύπνα τους έρωτες που έχεις μυστικούς

μ' ένα σου νόημα λύσε όλα μου τα μάγια.
.....Ήθελα να σου δείξω πως εσένα έχω μέσα στα όνειρα μου

Είχα κι άλλα κρυμμένα μέσα στην καρδιά μου που ήθελα να σου πω…

Αλλά έφυγες…..έφυγες μακριά….

Η αγάπη μου σ’ ακολουθεί σαν σκιά σε κάθε σου βήμα

Σαν λαβωμένος αετός που κρύφτηκε και δεν θέλει άλλο να πετάξει


Δεν έχει δύναμη γιατί δεν βρίσκει ουρανό……..έτσι είμαι πια…

Μαύρες οι μέρες μου, οι νύχτες δεν περνάνε…..


Τα μάτια δεν στερεύουνε κι όλα πίσω με πάνε…


Βουβά τα δάκρυα, Αναφιλητά, Πίκρα, Πόνος, Θλίψη, Ερημιά, Απώλεια


Απίστευτη μοναξιά…..


Κουβαριασμένη η ψυχή


Κομμάτια η καρδιά μου, στάζει αίμα….

Πώς να πιστέψεις πάλι?


Πόσες φορές μπορείς να βρεις το κουράγιο


Να μαζέψεις τα κομμάτια της ψυχής σου και ν’ αρχίσεις πάλι δειλά δειλά…


Να σηκώσεις το κεφάλι και να κοιτάξεις στα μάτια άλλον ήλιο?

Ποιος ήλιος θα σε κάνει να νιώσεις πάλι ζεστασιά και σιγουριά ?
Τα κομμάτια της καρδιάς θα φαίνονται, και πάντα θα πονά…..
.......Ο μεγαλύτερος μας φόβος δεν είναι μήπως είμαστε ανεπαρκείς. Ο


μεγαλύτερος μας φόβος είναι μήπως είμαστε δυνατοί πέρα από κάθε φαντασία. Είναι το Φως μας, όχι το Σκοτάδι μας, που μας φοβίζει πιο

πολύ. Αναρωτιόμαστε, ποιος είμαι εγώ που είμαι καταπληκτικός,

πανέμορφος, ταλαντούχος, θαυμάσιος; Για την ακρίβεια, ποιος είσαι εσύ

που ΔΕΝ ε...ίσαι όλα τούτα; Όταν αφήνουμε το Φως μας να λάμψει, δίχως να το

καταλαβαίνουμε, επιτρέπουμε και σε άλλους να κάνουν το ίδιο. Όταν

απελευθερωνόμαστε από τους φόβους μας, η παρουσία μας αυτόματα

απελευθερώνει και άλλους......

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

........Έχω κρύψει βαθιά στην ψυχή μου τα λόγια σου



Για να μην ξεχαστούν με το πέρασμα του χρόνου


Πώς να ξεχαστούν;


Πέρασε τόσος καιρός και σε νιώθω ακόμα, σ’ ακούω…
Είσαι τόσο κοντά, μα τόσο μακριά μου


Θα αφήνω μικρά σημαδάκια στο δρόμο σου….


Μήπως θελήσεις να γυρίσεις και διστάζεις….


Όχι πετρούλες, δεν θα ξεχωρίσεις τις δικές μου….

Θα μπερδευτείς και θα χάσεις το δρόμο της επιστροφής….

Βοτσαλάκια….σου αρέσει η θάλασσα, θα τα προσέξεις…..

Τραγουδάκια….θα τραγουδώ και θα το θυμηθείς….


¨Και συνεχίζω να σ’ αγαπώ, κι όποτε πάω να στο πω τα χάνω σαν μικρό παιδί και κοκκινίζω¨


Θα συνωμοτήσω με όλα τα πουλάκια να σου σφυρίζουν ( αφού εσύ δεν ξέρεις να σφυρίζεις)


και να σου δείξουν το μονοπάτι που θα σε φέρει πάλι πίσω σε μένα…..


Ξέρεις, θα έρθει κάποια στιγμή που θα πεις:

¨Μα τι κάνω; Γιατί έφυγα? Θέλω να γυρίσω, πρέπει να τρέξω……¨


Και τότε θα δεις τα βοτσαλάκια να λάμπουν ακόμα και τη νύχτα…


Θ' ακούς το τραγούδι μου από μακριά και όποιο δισταγμό κι αν έχεις θα τον διώξεις

Θα βρεις και το μονοπάτι, δεν είναι δύσκολο….μόνο λίγα αγκαθάκια έχουν μεγαλώσει στο διάβα του

τώρα…

Θα το καθαρίσω όμως, δεν θα σε πληγώσουν τ’ αγκαθάκια μου…


Είναι οι πληγές μου, τις κουβαλώ μαζί μου αλλά δεν πονάνε τόσο πια και δεν πληγώνουν άλλους …….


Για σένα θα έχει λουλούδια, όμορφα χρώματα και μυρωδιές…


Να προσέχεις όμως τις λακκούβες ….αυτές δεν μπορώ να τις εξαφανίσω, δεν θέλω..

Αυτές είναι τα λάθη μου, οι εμπειρίες μου….χάρη σ’ αυτές έφτασα κοντά σου….

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Ερωτας σαν βροχη...
Οχι σαν καταιγιδα...
σαν βροχη....
Να φευγει και να ερχεται...
Να δυναμωνει και να χαμηλωνει...
Να δροσιζει και να πνιγει...
Να`απορροφαται απο τη γη,να χανεται...
Πως εζησα ετσι;
Γιατι δεχτηκα κατι μισο για μενα;
Γιατι προσπαθησα να κρατησω στις χουφτες μου κατι,που ηξερα οτι θα μου δωσει μονο μια ψευδαισθ...ηση δροσιας και μετα θα μ`αφησει πιο διψασμενο απο πριν,με τα χειλη ξερα και την καρδια στεγνη;
Πως μπορεσα να δεχτω να συμπληρωνω τη βροχη με τα δακρυα μου,για κατι που γνωριζα οτι ηταν ματαιο;
Ειδα χιλιαδες ηλιοβασιλεματα μονος μου,ο ηλιος βουτουσε στο τιποτα κι εγω πνιγομουν στη μοναξια...
Ακουσα εκατονταδες κεραυνους και με φοβισαν λιγοτερο απο τη σιωπη της αδειας ζωης μου...
Μυρισα χιλιαδες λουλουδια,αλλα το αρωμα τους δεν πλημμυρισε την αοσμη ζωη που ο <<ερωτας σαν βροχη>>με καταδικασε να ζησω....
Γευτηκα δεκαδες εδεσματα,αλλα μονο πικρα στα χειλη μου...
Αγγιξα απαλα το κορμι της,κρατησα στη μνημη της αφης μου καθε ποντο του σωματος της και αγκαλιαζα μονος μου τον εαυτο μου τις μοναχικες μου ωρες,με την ψευδαισθηση πως ηταν εκεινη που με χαιδευε,εχοντας την στα ακροδαχτυλα μου...
Γελασα δυνατα στην αρχη της ζωης μου και συνεχισα να χαμογελω απο συνηθεια,χωρις ποτε τα ματια μου να παρουν χρωμα απο τα χαμογελα που ζωγραφιστηκαν στο προσωπο μου,αλλα δεν ζεσταναν την ψυχη μου...
Εκλαψα πολυ για δυο ζωες,απο απελπισια,απο λαχταρα για καποιον που ηρθε κοντα μου για να μου φερει την επιγνωση οτι η ευτυχια ειναι στιγμες....
μονο στιγμες...
Και οι περισσοτερες κλεμενες......
Ζωγραφισα με φωτεινα χρωματα τις ωρες που ήμουν μαζι της αλλα η πραγματικοτητα ξεθωριαζε τους πινακες μου,οταν δεν τους βυθιζε στο χρωμα της απελπισιας...
Εγραψα το <<σ`αγαπω>>σε χιλιαδες χαρτια και τα εσκισα αμεσως μετα,σκορπιζοντας γυρω μου τα κομματια τους,οπως σκορπισμενη ηταν η ζωη μου...
Πονεσα τοσο που ματωσα και την ιδια στιγμη ημουν εγω πηγη πονου για καποιον που εν γνωσει μου υπεφερε οσο κι εγω...
Αγνοησα την αγαπη,γιατ δεν ηταν με τους δικους μου ορους...
Καταδικασα τον εαυτο μου στη μοναξια,δραπετευοντας απο τους δρομους οπου μπορει να σε συναντουσα,επιλεγοντας να φυγω εγω,<<ο δυνατος>>,τη στιγμη που η αδυναμια μου να σε κερδισω ηταν γραμμενη στον αερα που ανεπνεα...
Και μετα...
μετανιωσα...
Και γυρισα να ψαξω στο παρελθον αυτο που μου ελειπε στο παρον,μα δεν υπηρχε τιποτα εκει για μενα.
Η αληθινη αγαπη ειχε φυγει...
Την ειχα διωξει εγω.....
Ειχα διωξει οτι αξιζε και ειχα κρατησει το τιποτα..........
                                        Το περιτύλιγμα νίκησε το περιεχόμενο.




Η μεγάλη επέλαση απέναντι στον τρόπο ζωής μας και στην κουλτούρα της διασκέδασής μας, την αστική, δυνάμωσε κάπου γύρω στο 1992-93 και κορυφώθηκε κάπου γύρω στο 1995-97.


Μέχρι τότε.....

στους πάγκους των πλανόδιων με τις κασέτες εύρισκες λαϊκούς και ρεμπέτες, ροκ, Σαββόπουλο, Ασιμο ίσως, και τέτοια. Μετά, και με την έλευση του CD και την καθιέρωση της ελεύθερης, δεν ξέρω από τι, τηλεόρασης, το πράγμα χάλασε πολύ. Μα πάρα πολύ.

Βέβαια και πριν από αυτά είχαμε μια “κουλτουριάρικη” επέλαση με “κοντσέρτα για αρκούδες”, αμπέχωνα, δήθεν επανάσταση, δήθεν σοσιαλισμός και τα παρόμοια, αλλά η λαϊκή ψυχή ζούσε ακόμη. Μετά ξέφυγε η κατάσταση. Ξέφυγαν και οι ελπίδες μας, μακριά σαν πουλάκια.

Λουσάτοι “ερμηνευτές” και “ερμηνεύτριες”, διάφοροι γυαλιστεροί, που περνούσαν για νομιμοποίηση στην λαϊκή συνείδηση ακόμη και ως καλεσμένοι από σοβαρές τηλεοπτικές εκπομπές, άλωσαν τα γούστα και την αισθητική, των νέων κυρίως, που ήδη είχε δεχθεί σοβαρά χτυπήματα. Και μαζί την ιδεολογία τους για την ζωή. Εως εξαφανίσεως.

Τα μαγαζάκια των 150 καθισμάτων με την λαϊκή κομπανία, όπου πηγαινες με τα ρούχα που φορούσες στο σπίτι, εξαφανίστηκαν. Εκλεισαν.

Την θέση τους πήραν τεράστιοι χώροι, πολυ-χώροι διασκέδασης και άντε-μην-πω, όπου ορθιοι (ορθάδικα) ή πάνω σε βαρέλια (βαρελάδικα), αρχικά, 2 με τρεις χιλιάδες νέοι, φορώντας οτι καλύτερο και ακριβώτερο είχαν (19 χρονες κοπέλλες, σαν τα κρύα τα νερά, βαμμένες ως φύλαρχοι του Αμαζονίου), διασκέδαζαν μέσα σε έναν παροξυσμό ντεσιμπέλ, που απαγόρευε οποιαδήποτε επαφή. Με τα φώτα να εναλλάσσονται σε χιλιοστά του δευτερολέπτου και την συνείδηση να παραδίνεται αμαχητί.

Το περιτύλιγμα νίκησε το περιεχόμενο.

Οι γονείς είχαν ήδη παραδώσει την ανατροφή των παιδιών τους στην τηλεόραση, και τα παιδιά τους τώρα, μεγαλωμένα από την ολέθρια αυτή τροφό, έκαναν μεταπτυχιακά στην εξατομίκευση, το πρωτάθλημα του εγώ και της επίδειξης και στην διάρρηξη κάθε κοινωνικής σύνδεσης. Η έννοια της κοινωνικής ευθύνης και του χρέους απέναντι στον άλλο, τα ιδανικά για καλυτέρευση και προκοπή όλης της κοινωνίας, εξορίστηκαν από συζητήσεις, σκέψεις και παρέες. Εξαφανίστηκαν και οι παρέες, με την παλιά έννοια.


Η αναστροφή αξιών ολοκληρώθηκε. Ευμάρεια και κενότης. Αντικατέστησαν τον “πολιτικό ινστρούχτορα” και το αμπέχωνο της προηγουμένης περιόδου. Το οποίο όμως δεν είχε μπορέσει να μας κάνει τόση ζημιά. Στη νεολαία, ζημιά. Διότι πολλοί από κείνους τους αμπεχωνίτες, έγιναν στελέχια κομματικά και οικονομικά, κατέληξαν golden boys που πυρπόλησαν τις ελπίδες της πατρίδας για κάτι καλύτερο, βάζοντας ως υψηλό στόχο ζωής ένα Καγιέν και μια πισίνα, και μας έφεραν ως εδώ.

Είθε να ξαναγυρίσουμε στις υπόγειες ταβέρνες, όπου βραχνές τραγουδίστριες, ντυμένες με ένα απλό τζην, θα γίνουν οι αδέξιες ιέρειές μας, σε μια αναβάπτισή μας στην παλιά μας εκείνη συλλογικότητα που χάσαμε.


Ισως αυτά τα κοινά τραπέζια, που δεν στοιχίζουν και μισό μισθό, να μας ξαναδιδάξουν πως να είμαστε έλληνες.

Η αρετή πάντα θα σιγοκαίει μέσα στην ελληνική ψυχή.

Και ο ήρωας θα κρύβεται μέσα μας όσο νομίζει ότι είναι ντεμοντέ η παρουσία του.

Θα τον πείσουμε σιγά σιγά να επανεμφανιστεί.

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

.......Άνθρωποι που περπατούν τριγύρω….



Γκρίζα χρώματα, μουντά κι ίδιες οι μέρες…


Μοναξιά, Έρημη γη χωρίς αρώματα Φόβος…


Είχα ξεχάσει πως είναι το χαμόγελο της καρδιάς
Το χαμόγελο που σε συνεπαίρνει κάθε στιγμή, χωρίς να το καταλάβεις…

Έτσι ήταν η ζωή μου πριν έρθεις….


Και ήρθες εσύ….μια αχτίδα στη σκοτεινιά μου…


Από πού ήρθες? Πως γλίστρησες στην πόρτα μου?


Μια αχτιδούλα που υπόσχεται τόσα πολλά …


Πώς να της αντισταθείς? Μέσα σε τόσο γκρίζο μία αχτιδούλα είναι Ζ Ω Η!!!!!!!!


Χτύπησες την πόρτα της καρδιάς μου κ σου άνοιξα δειλά…..


Φοβόμουν …..


Την ήξερα αυτήν την αχτιδούλα από παλιά…..

Τόσο όμορφη και λαμπερή, μα φέρνει τόσο πόνο…..

Ξέχασα το χθες…..το άφησα πίσω…..

Κοίταξα την αχτιδούλα και μαγεύτηκα με το χαμόγελό της…

Είπα :¨όλες οι αχτίδες δεν έχουν το ίδιο φως….μοιάζει να ‘ναι διαφορετική….....
......................Μαζεύεις τα κομμάτια σου ένα ένα....


μικρά κομματάκια που πονάνε..

προσπαθείς να τα ταιριάξεις

και να ξαναχτίσεις το νέο σου εαυτό....

Αλήθεια, αυτός ο καινούργιος εαυτός

τι θα έχει κρατήσει από το παρελθόν;

το άμεσο παρελθόν;

πόσο άμεσο μπορεί να είναι το παρελθόν;;

αφού είναι παρελθόν...το έχεις αφήσει πίσω

ή μήπως όχι;;

θέλεις να πιστεύεις πως προσπέρασες επιτέλους

αλλά δεν μπορείς...

κι έτσι το ονόμασες παρελθόν

για να πιστέψεις πως έκανες το επόμενο βήμα...

το παρελθόν όμως που σ' ακολουθεί

σε κάθε βήμα, σε κάθε σκέψη, εικόνα, μυρωδιά...

παρόν δεν είναι;;;

Π Α Ρ Ο Ν

με μεγάλα κεφαλαία γράμματα.....

Και ποιό είναι το παρόν;;

Ο καινούργιος εαυτός;;

Όταν καταφέρεις να κοιταχτείς

στον καθρέφτη και να χαμογελάσεις

χωρίς πίκρα και θλίψη.....

Τότε το παρόν και ο νέος σου εαυτός

θα σε περάσουν σε άλλα μονοπάτια...

Τί όμορφη που είναι εκείνη η στιγμή!!!

Η καρδιά ξελαφρώνει από το τόσο βάρος...

Όλα είναι ξεκάθαρα μέσα σου

κι έχουν καταλαγιάσει τα πάντα...

όλα τα συναισθήματα.......



Καιρός να ξυπνήσεις

να βγεις απ τη σκιά

καιρός να τολμήσεις

καιρός να ζήσεις ξανά

Καιρός να μοιράσεις

απ την αρχή τα χαρτιά

καιρός να κερδίσεις

καιρός να χάσεις ξανά

Είναι κανείς είναι κανείς εδώ

την πόρτα την πόρτα μου να σπάσει

είναι κανείς είναι κανείς εδώ

τα φώτα τα φώτα μου ν ανάψει

Καιρός να παλέψεις

του χρόνου τη φθορά

καιρός να διαλέξεις

καιρός ν' αρχίσεις ξανά.......
.....τη ζωη δεν την περπατω μεσα από σοκάκια


χαράζω μια πορεία στο κύμα

κι ανοίγω πανι

κι οταν αγριεύει ο καιρος

κι η θάλασσα βγάζει αφρούς θυμωμένους

κι ο ουρανος απο μπλε γίνεται μαύρος

και φουσκώνει τα μάγουλα του ο Αίολος

και πάει να σκίσει τα πανια και να τσακίσει το κατάρτι

σφίγγω τη λαγουδέρα στο χέρι

και δένομαι στη πρυμνιά κουπαστη μη με πάρει ο θυμος της

και την κοιταζω στα μάτια

κι ας με χτυπάει με μανία σα να θέλει να μ εκδικηθει

κι ας μου ξεριζώνει το πετσι η αρμύρα

κι ας με γελουν τα βράχια έτσι που μάχομαι δεμένος στο καρυδότσουφλο

και πάω...

κοιτάζω που και που το ίχνος της πρύμνης

και πάω

κι όταν καταλαγιάσει ο θυμος της

κι απλώσει να ξεκουραστει..

και πρασινίζει στου ήλιου την αντανάκλαση

κοιτάζω στα νερα

και τη βλέπω

να γιατι κυνηγω τις θύελλες και τη θυμώνω...

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

.........όταν ζητάς το λόγο, θα πρέπει να περιμένεις και την απάντηση...


κι όταν εκείνη έρθει

(η απάντηση)

τότε θα πρέπει να μάθεις να τη δέχεσαι...

να την αντιλαμβάνεσαι

να μπορείς να την προσμετρήσεις

στο ύψος, το βάθος, την ένταση

και τη σημαντικότητα

γιατι κάθε απάντηση

δεν έχει την αξία της ερώτησης που έκανες εσυ...

έχει την αξία εκείνου που στη δίνει

την αξία που εκείνος εννοούσε την στιγμή που στην έδινε...

λογον, λοιπόν, εζήτησες και λόγον θα λάβεις...

με τις υγείες μου.....
..................αναδρομές κι επιστροφές στο μέλλον...


κι η μελαγχολία είναι στο πρόγραμμα...

συντηρείται από εκείνη την αδιόρατη και σχεδόν ανεπαίσθητη συναίσθηση

μπορώ πια να γράφω όμως!

λυτρωτικό το χαρτι

καθρέφτης

σου επιστρέφει ό,τι του έδωσες

κι έχει το κάτοπτρό του αντανακλάσεις απ την πραγματικότητα

σα να βλέπεις τα τοτινά σου συναισθήματα ανασκευασμένα

διαμορφωμένα και δομημένα αρχιτεκτονικά σ ένα σύνολο

άλλες φορές σαν πύργος της Βαστίλλης

κι άλλοτε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα...

η διαφορα στα "υλικά" και στο κονίαμα...

συνηθίζω καμμια φορα να λέω "ζωή μας είναι ό,τι δώσαμε"

"...κι όσα μας χάρισαν, κάπως πληρώσαμε" θα μπορούσε να συμπληρώσει κάποιος

ή μήπως τό'χει ήδη κάνει;

(έχω ειλικρινά εντυπωσιαστεί απ το πόσο εύκολα μου βγαίνουν οι ρίμες τελευταία...)

κι όπως έτσι ξεκινάω με μια δόση μελαγχολίας, ξαφνικά...

κοιτάζω λίγο πιο προσεκτικά και παρατηρω

θέλω να φτάσω στην απαρχή και την πηγη

κι αρχίζω να σκάβω

κι έτσι όπως προχωρώντας βαθύτερα ξεθάβω και ξεσκονίζω και ανακυκλώνω

διαπιστώνω το εξης παράλογο:

είμαι πια τόσο γεμάτος που αντιμετωπίζω έλλειψη χώρου...!

ναι "ζωη μου είναι ό,τι έδωσα και δίνω"

μα όλα αυτα που ξαφνικά βρίσκομαι να ξεθάβω και να ξεσκονίζω και ν'ανακυκλώνω

πως βρέθηκαν εδω;

και δεν είναι αποδείξεις...

κι όσο τα κοιτάζω τόσο διακρίνω πολύτιμα...

σπάνια, συναρπαστικα, ερωτεύσιμα, ερωτικα... κι άλλα συναφή...

κι ούτε που σκέπτομαι να τ'απογράψω

είναι πολλά...

γράφω λοιπόν γι αυτά

όπως γράφω και για κείνα που έδωσα

που σκονίζονται σε άλλες αποθήκες

που περιμένουν τον παραλήπτη ν απορήσει όπως κι εγώ...

και να γράψει για κείνα

η να τα φορέσει περήφανα και να τα βγάλει βόλτες...

όπως τώρα δα κάνω κι εγώ...

είναι η δική μου σειρα...

"ζωη σου είναι ό,τι εδωσες, κι ό,τι πήρα χωρίς να το καταλάβω"

ευχαριστώ...
...............έτσι όπως το τελευταίο φως της μέρας έμπαινε απ το παράθυρο δυσκολεύτηκε να καταλάβει αν το περίγραμμα δήλωνε άγγελο ή διάβολο


ήξερε πως ήταν εκείνη

θα το ήξερε ακόμη κι αν δεν υπήρχε φως

ακόμη κι αν δεν υπήρχε ήχος

ακόμη κι αν όλες οι αισθήσεις ήταν σε ύπνωση

και μόνο απ την αίσθηση του χρόνου...

στοπ καρρέ...

στάθηκε πίσω της και δεν την άφησε να γυρίσει

ακόμη και μ' όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση το σημαντικότερο γνώρισμα ήταν ο χρόνος...

στοπ καρρέ...

δεν την άφησε να μιλήσει

δεν την άφησε να κοιτάξει παρα μόνο προς τη θάλασσα

ήξερε καλα τι να κάνει

και το έκανε

φεύγοντας δεν γύρισε να δει

είχε ήδη φυλάξει την εικόνα στο τελευταίο στοπ καρρε

...τυπώστε!
........είναι κάποιες μελωδίες που δεν λένε κατι συγκεκριμένο...


κάποια τραγούδια

που δεν θα τα αξιολογούσες ποτε σαν σημαντικα...

κάποιες εικόνες,

δυο τρεις ρίμες,

μια συγκεκριμένη ώρα της ημέρας,

ένα επιφώνημα,

ένα χαμόγελο,

μια Κυριακή,

ένα σκαμπω σ ένα μπαρ,

ένα συγκεκριμένο ποτο και τον τρόπο που το παραγγέλνεις,

μια αδιόρατη κίνηση,

ένα κρυφο βλέμμα,

ένα μισοσβησμένο τσιγάρο,

τον ήχο μιας καμπάνας που σημαίνει τις 10 το βραδυ,

την επίμονη μυρωδια μιας κολώνιας,

την υφή που έχει ενα αριστερό χέρι,

ένα βαμμένο νύχι,

μια τουφα από μαλλια που επιμένει να θέλει να ανεξαρτητοποιηθει

μια συγκεκριμένη καμπύλη στο ύψος ενός ώμου,

ένα κλειδι,

ένα γαλάζιο αναπτήρα,

το όνομα ενός πλανώδιου πωλητή λούτρινων,

τον τρόπο που δαγκώνει κάποιος τα χείλια του,

το χρυσαφί ως χρώμα,

το μπλέ ως συναίσθηση,

ένα χαζοξενύχτι σε ξεπεσμένο μπαρ,

ένα μισοπιωμένο μισόκιλο κόκκινο φτηνο κρασί,

ένα τυρκουάζ,

μια μαύρη πέτρα,

ένα χαίρετε,

ένα γειά σας

τη γεύση ενος φιλιού μετα από πιοτό....



δεν μπορεις ε?


λυπάμαι αλλα αν δεν μπορεις τότε δεν είναι για σένα αυτη η αφιέρωση....
..............τωρα κοίταξε πως έχουν τα πράγματα....


υπάρχουν μάτια φτιαγμένα να παρηγορουν τους κουρασμένους

υπάρχουν μάτια φτιαγμένα να ξυπνάνε στεναγμους

άλλα που δεν είναι να τα κοιτας πολυ γιατι μπορούν να σε ρουφήξουν μέσα τους μ'ένα και μόνο πετάρισμα

υπάρχουν ακόμη κάποια που ταξιδεύουν συνεχως και ποτε δεν μπορει κανεις να τα συναντήσει όσο κι αν προσπαθει

υπάρχουν μάτια σπηλιες και μάτια θάλασσες

μάτια ουρανος συννεφιασμένος

έχω δει και μάτια βροχές τροπικες

υπάρχουν επίσης μάτια που σε κοιτάζουν και νιώθεις διάφανος σαν μέδουσα

μάτια που σε καρφώνουν σε σταυρο και σε χλευάζουν

κάποιος μου είπε για μάτια σαν κάρβουνο αναμένο

άλλος πως έχει κοιτάξει μάτια που υπνωτίζουν

τις προάλλες είδα μάτια που μου μιλούσαν κι έλεγαν "έλα, έλα τώρα"

υπάρχουν μάτια εγγαστριμυθοι

μάτια τενόροι που ακούγονται μίλια μακρυα

επίσης μάτια που κάθε φορα που τα κοιτας δεν τα γνωρίζεις

μάτια που αλλάζουν χρώμα με τη διάθεση

μάτια που έχουν οργασμό

μάτια που τον προκαλουν

μάτια που γελουν σαν παιδια

υπάρχουν μάτια που ερωτεύονται και καίνε σαν λάβα

μάτια που δίνονται

ματια που θυμούνται και που θέλουν και να ξεχνουν

μάτια ορθάνοιχτα και μάτια κουρασμένα

τέλος είδα και μάτια που μπορουν να δουν ακόμη κι αν δεν κοιτάζουν....

που τα θυμάμαι όλα αυτα;

μα τόσην ώρα πού κοιτάζω...; να συνεχίσω;
Βρέχει κι εγώ τυλίχτηκα


σ' αυτή την αγκαλιά

στα σκουριασμένα σύννεφα στα φύλλα

στης βρεγμένης γης τη μυρωδιά



Ας ήτανε να πνιγώ σαν μια σταγόνα

μέσα στα χείλια σου εγώ

βροχή μου σκέπασε αυτή τη γωνιά

τούτο το σώμα που διψά



Βρέχει και στους καταυλισμούς

χορεύουν τα παιδιά

στάζει ο θεός στις προσευχές στο ντέφι

στις καρδιές στα πόδια τα γυμνά



Ας ήτανε να πνιγώ σαν μια σταγόνα

μέσα στα χείλια σου εγώ

βροχή μου σκέπασε αυτή τη γωνιά

τούτο το σώμα που διψά



Ήρθες βροχή μου κι άλλαξες

το δρόμο και το νου

και βούλιαξε το βήμα μου ποτάμι

κι άθελά μου με τραβάς αλλού



Ας ήτανε να πνιγώ σαν μια σταγόνα

μέσα στα χείλια σου εγώ

βροχή μου σκέπασε αυτή τη γωνιά

τούτο το σώμα που διψά

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

η νύχτα δεν είναι τόσο καλη φιλενάδα απόψε


έχει ανάσα της μια μυρωδια από φτηνο καπνο και νοθεμένο οινόπνευμα

ή ίσως νά'μαι κι εγω που μυρίζω έτσι

ίσως να φταίω εγω που μπερδεύτηκα κι αντι για το λιμάνι ανηφόρισα στην Ακρόπολη

σίγουρα ο βράχος δε φταίει

τουναντίον, μ'αγγάλιασε με τη σκια του που μ' είδε

περίεργο

σα νά'θελα απόψε ν αποφύγω τη θάλασσα

θα μου πεις, τι πα να πει "σα νά'θελα"

δε νογας τι θες και τι όχι;

απόψε όχι, δεν τό'χω

το μόνο που ξέρω είναι πως αν σταθω πλάϊ της μπορει να μη κρατηθω και να βουτήξω

και που καιρος για μακροβούτια απόψε

όχι, δε με χαλάνε τα λερα νερα του λιμανιου, ούτε κι ο βάλτος του βυθου

μη μείνω εκει ψάχνοντας σκέβομαι

γι αυτο καλύτερα ο βράχος

αλλα πάλι, κείνες τις κοπέλλες που βαστάνε το Ερεχθείο πρέπει να της αποφύγω

εδω στη παλια σιδερένια δεξαμενη, δεξιά απ τις πύλες, είχα ένα βράδυ φιλήσει μια ξένη

απο κάτω η Πλάκα ξενυχτάει

μπα, δεν είναι καλη παρέα η νύχτα απόψε

μα το θεο και τη θάλασσα, πρώτη φορα που θά'θελα νά'ταν μέρα

κι είναι κι οι μουσικες που ενοχλητικες με τριβελίζουνε...

αν ανεβω ψηλότερα;

καλα τα κατάφερα πάλι...

απο δω πάνω μοιάζει ο βράχος με νησι κι η Αθήνα με θάλασσα που χει καταπιει φωτεινες μέδουσες και λαμποκοπάνε

κι έλεγες πως θα ξεφύγεις;

δεν φταίω, έτσι γεννήθηκα φαίνεται

αν κλέψω μια πέτρα απ το βράχο και την πάω στη θάλασσα;

ε, εσυ είσαι ανεπίδεκτος... ναι, κι ανορθόγραφος είσαι αλλα τούτο είναι απ τ' άγραφα

κείνα τα φώτα στα νότια νά'ναι η αίγινα;

ωφουυυ... σήκω και πάμε... δεν εισαι για εδω

ώσπου να κλείσω τα μάτια μύρισα λαμαρίνα πάλι

ηρεμία...

και με κλειστα τα μάτια περπατάω αν θες στην άκρια στο μώλο χωρις να πέσω

πάλι ακροβατεις

γιατι; σάμπως σταμάτησα καθόλου;

καλα, και που πήγε όλος κείνος ο χθεσινος σου θυμος;

λογαριασμο θα σου δώσω; τον έκαψα αν θες να ξέρεις

με τσιγάρα και ποτο, γι αυτο ζέχνεις έτσι...

κι αξύριστος.... σαν άμπαρκος είσαι

και πού'χεις δει εσυ μωρε άμπαρκους για να ξέρεις; οι πατούσες σου ένα με τη μουράβια έχουνε γίνει κι αμα μακρύνεις λίγες οργιες απ τη θάλασσα ζαλίζεσαι...

να κάνεις δουλεια σου, δε σ έβαλα βατσιμάνη στο δεμένο...

να σου πω, είναι βαθια εδω;

είναι, δε πιστευω να σου ήρθε να πέσεις;

μπα, σκέβομαι μόνο

τι;

αν έπεφτα, λες ν'ακολουθήσει;

τρελλάθηκες μωρε; σαπιοκάραβο τσακισμένο; τι θες του λόγου σου;

σαπιοκάραβο αλλα στις φουρτουνες σε μένα κρύβεσαι...

άλλο αυτο...

άλλο τι;

είναι που δε σε καταδέχεται η θάλασσα να σε σκεπάσει...

τά'χουμε συμφωνήσει γι αυτο

περασμένη η ώρα... μισοφέγγαρο, δες, στο άδειασμα είναι

θα ζεστάνει ο καιρος

θέλω να κολυμπήσω

τώρα;

όχι τώρα, πάντα

προς τα που;

νότια... ώσπου να πιάσω Λυβικο και μετα Αλεξάνδρεια

μονάχος;

όχι

και που ξέρεις πως δε θά σαι μονάχος;

ξέρω, άμα δε φοβάται θά' ρθει

για του λόγου σου;

όχι, για κείνη....
είναι ένα σημείο πάνω της, που απ την αρχη είχε σημαδέψει στο κορμί της


ανάμεσα σε άλλα...

μια μυστικη πτυχη που εμφανίζεται μονάχα σ' εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που αφήνεται να χαλαρώνει χωρις να προσέχει το πως θα φανει στους άλλους

χωρις να νοιάζεται για τους καθρέφτες

είναι τότε σαν να πέφτει, ή ν'ανεβαίνει, μια αυλαία

ανάλογα πως θα το δει κανεις, αν τύχει και προσέχει

ανάλογα με το πως νοιώθει εκείνη

κι εκείνος, που πάντα είχε το κουσούρι να μην προσέχει τα έκδηλα και τα προφανη, τό'χει σημαδέψει

ξέρει και περιμένει εκείνες τις στιγμες υπομονετικα

σαν λαγωνικο που φερμάρει στη μυρωδια ενος άγριμιου

μένει ακίνητος καρφωμένος στη θέα εκείνης της πτυχης σαν να την βλέπει για πρώτη φορα

την αγκαλιάζει με τα μάτια του

ρουφάει τη μυρωδια της σαν τον αέρα μετα από μακροβούτι

και κάθε μα κάθε φορα, αυτη η μυρωδια καίει τα πνευμόνια του μ ένα κάψιμο ζωογόνο

δεν είναι το σχημα μόνο, ή η υφη, το χρώμα, η γεύση, είναι όλα μαζι και τίποτε

τίποτε απ'όλα και όλα

είναι μια λεπτομέρεια

μια μικρη ασήμαντη λεπτομέρεια, αν καλοδει κανεις το σύνολο

δεν θα πήγαινε όχι το μυαλο, μα ούτε καν το βλέμμα κάποιου

αναρωτιόταν μήπως ο ηλίθιος είχε δίκιο να κοιτάζει το δάχτυλο...

κι έπειτα, εκείνη η πτυχη είναι η δικη του μυστικη σπηλια

δεν το έχει μοιραστει ούτε μαζι της

ίσως να τό'χει καταλάβει

ξέρει πως δεν μπορει εύκολα να της κρυφτει άλλωστε

δεν μπορει, δεν θέλει, δεν του χρειάζεται, δεν του αρέσει...

μα ούτε και της το λέει

σαν ένα μυστικο παιχνίδι μεταξυ τους

ένα πολυ προσωπικο, αδιόρατο, εκστατικο παιχνίδι

σαν κι αυτο που κι δύο ξέρουν πως ο μοναδικός κανόνας είναι το ποιος θα αντέξει, το αποτέλεσμα είναι δεδομένο, κι ο χαμένος, αυτος που παραδίνεται πρώτος...

συνήθως χάνει εκείνος

αλλα απόψε θέλει να πάρει τη ρεβάνς...

ανάβει νωχελικα τσιγάρο και κοιτάζει κατα τη θάλασσα μέσα απ τη τζαμαρία

ο νους του αλλου...

η μουσικη πάει κι έρχεται

εκείνη στην προσφιλη της στάση

σταυροπόδι πάνω στο ψηλο σκαμπω να κοιτάζει το λιγοστο κόσμο,

σιγοτραγουδάει μια παλια επιτυχια του Barry

γυρίζει στα δεξια της να κοιτάξει μια παρέα που μπαίνει

κάνει την αδιόρατη κίνηση

η αυλαία πέφτει

είναι η στιγμη του...

κέρδισε.....
για σένα...


για σένα, που βρέθηκες ξαφνικα στο δρόμο μου

για σένα, που με διάλεξες

που με είδες πρωτου σε δω εγω

που με πίστεψες πριν πίστη σου δώσω

για σένα, που με πρόδωσες πριν σου χαριστω

που με ξανακέρδισες πριν σε χάσω

για σένα, που σε έχασα, κι έτσι χαμένη σε ξαναβρήκα

που μου αποκαλύφθηκες

για σένα, που οι σπάγγοι, που ξεφτίζουν απ το κουβάρι του μυαλου μου, μπλέκονται συνεχώς στα όμορφα πόδια σου

για σένα, που δεν ξεχνας

για σένα, που δεν θυμάσαι

που δεν φοβάσαι

που δεν μιλας

για σένα, που μιλας χωρις φωνες, με βλέμματα και αδιόρατες κινήσεις

για σένα, που για σένα μιλάω εγω

για σένα, που δεν σε έχω

για σένα, που είσαι δικια μου

που είσαι δικια μου...

για σένα που δεν σε απόκτησα

για σένα που μου χαρίστηκες

για σένα που πρόδωσα,

για σένα, που φίλησα με το φιλι του Ιούδα

για σένα, που με συγχώρεσες πριν σου ζητήσω συγγνώμη

που μ'έμαθες να ακούω

για σένα που μ'ακους

για σένα που μαθητεύεις και διδάσκεις

που διστάζεις, που δεν αφήνεσαι

για σένα, που τα σχοινια που μας κρατάνε σε απόσταση εγω τα έπλεξα

για σένα, που η απόσταση δεν έχει σημασία, μέτρο, υπόσταση

για σένα, που σού'κλεψα

για σένα που μ'άφησες να σου κλέψω

για σένα, που σε νήστεψα

για σένα, που σε πίστεψα

που σε πιστεύω

που σε μαντεύω

για σένα, που περιμένω

για σένα που είμαι εκει

που με κουβαλας

που με αντέχεις

για σενα, που με βλέπεις όχι με τα μάτια σου

που με ακους όχι με τ'αυτια σου

που με νιώθεις

για σένα, που με μαθαίνεις ορθογραφία

για σένα που στο φιλι σου κρύβεις και κρύβεσαι

για σένα που ξενυχτας

για σένα της νύχτας και του ήλιου

για σένα φωτια

για σένα όνειρο

για σένα χωράφι σπαρμένο με οργασμους

για σένα που αρμέγω το χαμόγελό σου

για σένα που θηλάζω το γέλιο σου

για σένα, του μαζι και του χώρια

της Ανταρκτικης και του Ισημερινου

της ανάστροφης πορείας μου

για σένα με τα διστακτικα δάχτυλα

για σένα, που παράγεις έμπνευση

που δέχεσαι

που δεν παραδέχεσαι

που θέλεις

για σένα, με τις γραμμές των χειλιων σου κλεμμένες του Φειδία

για σένα, του Μορφέα ανταγωνήστρια

του Προμηθέα αδελφη

για σένα....



για σένα, που όταν έψαχνα τη θάλασσα, τη βρήκα να με κοιτάει με τα μάτια σου.....