VOULIARATINOS

GlitterGraphics
English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified


commentscute


thanks Comments

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

..................................



Το συναίσθημα είναι το μέσο για να έχουμε επαφή με τον εαυτό μας. Είναι ο τρόπος να επικοινωνήσουμε και πάλι με το παιδί των παιδικών μας χρόνων. Τον ανώτερο μας εαυτό, που με τα χρόνια μάθαμε να ξεχνάμε. Κι άνθρωπος στην εποχή μας είναι δυστυχισμένος όσο ποτέ άλλοτε.


Γιατί έχει χάσει την επαφή με τον εαυτό του.

Είναι κλεισμένος μέσα σε ένα καβούκι , φοβισμένος, πληγωμένος σε μια αμυντική στάση, ετοιμοπόλεμος απέναντι στον συνάνθρωπό του, στην επικοινωνία , στα πάντα.

Κι αναρωτιέται γιατί είναι μόνος, δυστυχισμένος, άδειος.

Ο συναισθηματικός μας κόσμος είναι ο πλούτος μας!

Το συναίσθημα είναι ο δρόμος για να ανακαλύψει ο άνθρωπος αυτό που πάντα είναι , την πραγματική του υπόσταση, την αγάπη!

Κι όταν ανοίγεις το συναίσθημα όλα αλλάζουν, οι στιγμές γίνονται μαγικές! Πλημυρίζεις γαλήνη, συμπόνια.

Οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά σου! Τα παιχνίδια του μυαλού σταματούν και βιώνεις με την καρδιά!

Γιατί να φοβόμαστε τόσο την αγάπη; Είναι τόσο όμορφη! Σου δίνει φτερά, δύναμη, χαρά, πληρότητα, ευτυχία, νόημα στη ζωή!

Ο φόβος υψώνει τοίχους κι αγάπη φτιάχνει γέφυρες!



..............................................



Η αγάπη δεν έχει καμία σχέση με την ηλικία. Οι άνθρωποι δε γερνούν απλώς και μόνο επειδή ζουν ένα ορισμένο αριθμό ετών. Η ηλικία είναι μια δραστηριότητα του μυαλού, μια στάση ζωής. Γερνάμε όταν απαρνηθούμε τη χαρά.


Γερνάμε όταν παραιτηθούμε από τα ιδανικά μας, την αξιοπρέπεια μας, τις ελπίδες μας, την πίστη μας στα θαύματα.

Τα γηρατειά έρχονται όταν πάψουμε να απολαμβάνουμε το παιχνίδι της ζωής, όταν δεν μας συναρπάζει το καινούριο και δεν μας προκαλεί το όνειρο. Όσο γιορτάζουμε μέσα μας τον πλούτο του κόσμου, όσο ακούμε το γέλιο στη φωνή της αγάπης και συνεχίζουμε να πιστεύουμε στον εαυτό μας, η ηλικία είναι μια απλή σύμπτωση.

Η αγάπη είναι η περιζήτητη πηγή της νεότητας. Όσο αγαπάμε μένουμε νέοι. Ο θάνατος γίνεται απλώς το τελικό στάδιο ανάπτυξης στη ζωή. Καλό είναι να θυμόμαστε ότι είμαστε προσωρινοί επισκέπτες στη γη. Λιγότερος από ένας αιώνας μπορεί να μην αρκεί για να ζήσουμε, αλλά αρκεί για να μάθουμε ότι ο σκοπός είναι η αγάπη.

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

................................


Αν ήταν να χαθώ

Κάποιο φθινοπωρινό δειλινό
Ψάξε να με βρεις
Πέρα από τον ουρανό.
Θα είμαι εκεί
πάνω σ'έναν άφτερο αϊτό.
Αν έπρεπε να χαθώ
Μια νύχτα του καλοκαιριού
Ψάξε για μένα
στης θάλασσας τον αφρό.
Θα κρύβομαι
σ'ενα κοχύλι
ενός κόσμου χωρίς όνειρα.
Αν ο ανοιξιάτικος αγέρας
Μ'έριχνε στην αγκαλιά σου
Θα μπορούσες να διώξεις
την άμμο
από τα μάτια μου
που καίνε;
Κι αν μια χιονοθύελλα
Πάγωνε μέσα μου τη ζωή,
θα μπορούσες ν'αναστήσεις
τις επιθυμίες μου
μ'ένα φιλί;
Κι αν τέλος
Έπρεπε να χαθώ
Πετώντας πάνω σε γκρίζο σύννεφο
για όσα όνειρα
δεν έπρεπε να κάνω,
σε ποιον Θεό να προσευχηθώ
να κάνει τ'όνειρό μου αληθινό
και να μ'αφήσει
μόνο για μια νύχτα

Να ΄σ'ερωτευτώ!!!!!

Μάγδα Ρήγα

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

............................................




Ζωή είναι....
Μου είπες ένα βράδυ:Φοβάσαι να ζήσεις μετά από όσα πέρασες;
Κι από τότε κάτι έχει παγώσει μέσα μου...

Κι εσύ που ξέρεις αν φοβάμαι να ζήσω;

Το αντιλαμβάνεσαι μέσα από τα δικά σου μέτρα και σταθμά!

Αυτό που κάνουμε εμείς οι άνθρωποι και κρίνουμε τις ζωές των άλλων βάσει των δικών μας φόβων και πεποιθήσεων.

Πως μπορείς να ξέρεις;κανείς δεν μπορεί να έρθει στη θέση του άλλου...

ποτέ δεν με ρώτησες αλλά και εγώ δεν σου είπα...

Αν λοιπόν θες να μάθεις τι είναι ζωή για μένα,είναι να είσαι αληθινός,

να είσαι ο εαυτός σου,να πατάς γερά στα πόδια σου και να ζεις την κάθε στιγμή

με αγάπη και σεβασμό για τον εαυτό σου και για τους συνανθρώπους σου.

Ζωή είναι, να είσαι ένα μικρό παιδί στη ψυχή γεμάτο αθωότητα,ανεμελιά,

χαρά,αυθορμητισμό,ειλικρίνεια,φαντασία,ελευθερία...

Να ζεις χωρίς φόβο,να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου,την ευθύνη για όσα έκανες και για όσα δεν έκανες.

Να έχεις τους ανθρώπους κοντά σου για αυτό που είναι,χωρίς προσδοκίες,χωρίς σκοπιμότητες,χωρίς ρόλους.

Να εμπιστεύεσαι το θεό,τον εαυτό σου,για ότι κι αν συμβεί γιατί αυτό είναι η ζωή.

Ζωή είναι,το απρόβλεπτο,το απεριόριστο γιατί προσπαθώντας να τη βάλεις σε καλούπια τη χάνεις μέσα από τα χέρια σου...

Ζωή είναι να παραδίνεσαι,να αφήνεσαι,πέρα από φόβους από εγωισμούς .

Κι αν μου πεις ότι ζωή είναι να έχεις,θα σου πω ότι έχεις δίκιο μόνο αν μου πεις

ότι όλη σου η περιουσία είναι η ψυχή σου.

Να είσαι ένας εξερευνητής,να ανακαλύπτεις το καινούριο κι αν αυτό θα χαθεί δεν πειράζει κάτι καινούριο θα βρεθεί και πάλι μπροστά σου!

Εξάλλου τίποτα δεν μας ανήκει!

Ζωή είναι να μπορείς να χαρείς και να δεις την ομορφιά που εμπεριέχεται στα πάντα,

την ομορφιά ενός λουλουδιού,του σύμπαντος,την ομορφιά στη ψυχή του κάθε ανθρώπου

Κι όσο για το θάνατο,θα έρθει κάποια στιγμή ως ένα γεγονός,που θα χάσεις την υλική σου υπόσταση...

Τότε θα πεθάνεις μια φορά,μα αν δε ζήσεις θα πεθαίνεις κάθε μέρα.

......................................


Η πρόσμιξη ανάγκης στην αγάπη, καθιστά την ανάγκη αυθαίρετη εξουσία και την αγάπη φτωχό υπηρέτη της.


Η ανάγκη κάνει την αγάπη ανενεργή και την ελευθερία επίσης.
Δεσμεύει σε αλλόκοτα δεσμά και τις δύο.

Υποβιβάζει σε όρους εντολής το άπειρο..

Επιχειρεί να δώσει προοπτική απείρου στο περιορισμένο.

Προοπτική βάθους έχει εκείνο που έχει Βάθος!

Αγάπη που υπαγορεύεται, ξεπέφτει στο επίπεδο εντολής.Ούτε η Ελευθερία σχετίζεται με την ανάγκη,

ούτε η Αγάπη φύεται σε έδαφος ανελεύθερο.

Όση Αγάπη μας αναλογεί, εγκαθίσταται στο χώρο που αφήνουν ελεύθερο οι ανάγκες μας.

Η Ελευθερία από αυτές, δίνει τα Φτερά να σηκώσουμε το βάρος της Αγάπης.
Η Ελευθερία είναι Ανάγκη;
Η Αγάπη είναι Ανάγκη;

Η Αγάπη είναι Ελευθερία από Ανάγκες.

Η Ελευθερία είναι αναγκαία Προϋπόθεση Αγάπης.

Η Αγάπη είναι Αναγκαία Προϋπόθεση Ελευθερίας.
Ο συνδυασμός Ελευθερίας και Αγάπης είναι το Αντίδοτο της Ανάγκης.

Τα παιδιά συνειδητοποιούν μηδενικές ανάγκες.

Είναι συντονισμένα στην αγάπη κι έχουν τις Προϋποθέσεις ελευθερίας για ν αγαπούν.



>> Αναρτήθηκε από Ρεγγίνα
.........................................


Νιώθω αυτόν τον καιρό παράξενα, σαν να βρίσκομαι μπροστά σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη, κρατώντας στα χέρια μου ένα παλιό βιβλίο.


Ανοίγοντας και διαβάζοντας το, το περιεχόμενο του είναι γνώριμο, είναι το παρελθόν μου, τα γεγονότα της ζωής μου. Το κρατώ στα χέρια μου, για λίγο στην αγκαλιά μου, δεν υπάρχει πόνος, οι πληγές έχουν κλείσει.

Και βάζω το βιβλίο στη βιβλιοθήκη, εκεί που είναι η θέση του μαζί με το παρελθόν.

Ένα καινούριο βιβλίο περιμένει να γραφτεί, έχει λευκές σελίδες, περιμένει να γεμίσει με εμπειρίες όμορφες, στιγμές χαρούμενες, στιγμές αγάπης, ξεγνοιασιάς, ευτυχίας, γαλήνης. Αν δεν υπήρχε το πρώτο δεν θα υπήρχε τώρα αυτό, κι αν το πρώτο είχε πόνο, δυσκολίες, λάθη, απόγνωση, είναι όλα αυτά που δημιούργησαν το δεύτερο.

Κι έτσι θα δημιουργήσουν το δεύτερο το τρίτο και πάει λέγοντας, μπροστά στη βιβλιοθήκη της ζωής μου.

Το βιβλίο της ζωής μας το έχουμε εμείς οι άνθρωποι στα χέρια μας, κι η εξουσία στη ζωή μας είναι τόσο μεγάλη όσο μεγαλειώδης είναι η αγάπη του Θεού για εμάς τα παιδιά του, ώστε να μας αφήνει ελεύθερους να τη δημιουργούμε, με εμπιστοσύνη στα Χέρια Του, με πίστη στον εαυτό μας, με υπομονή , με αγάπη περνώντας μέσα από τα πιο σκοτεινά μας κομμάτια, για να βρούμε το φως,για να κάνουμε την υπέρβαση και η ζωή από κόλαση να γίνει παράδεισος.



Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

.......................................



Αγάπη ή Επίγνωση ;



Η ψηλότερη κορυφή είναι το αποκορύφωμα όλων των αξιών: Αλήθεια, αγάπη, επίγνωση, αυθεντικότητα – συνολικά. Αυτές οι ποιότητες είναι αδιαχώριστες στην ψηλότερη κορυφή. Είναι διαχωρισμένες μόνο στις σκοτεινές κοιλάδες του ασυνείδητου μας. Είναι διαχωρισμένες μόνο όταν είναι μολυσμένες, ανακατεμένες με άλλα πράγματα. Τη στιγμή που γίνονται καθαρές, γίνονται ένα. Όσο πιο καθαρές, τόσο πιο κοντά έρχονται η μία με την άλλη.
Για παράδειγμα, κάθε αξία υπάρχει σε πολλά επίπεδα. Κάθε αξία είναι μια σκάλα με πολλά σκαλοπάτια. Η αγάπη είναι πόθος, το κατώτερο σκαλοπάτι – που αγγίζει την κόλαση – και η αγάπη είναι επίσης και προσευχή, το ανώτερο σκαλοπάτι, που αγγίζει τον παράδεισο. Και ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο υπάρχουν πολλά επίπεδα, που είναι ευδιάκριτα.
Στον πόθο, η αγάπη είναι μόνο ένα τοις εκατό. Τα ενενήντα εννέα τοις εκατό είναι άλλα πράγματα: ζήλιες, κτητικότητα, θυμός, σεξουαλικότητα, εγωισμοί. Είναι περισσότερο κάτι σωματικό, κάτι χημικό. Δεν υπάρχει τίποτα βαθύτερο από αυτό. Είναι πολύ επιφανειακό – ούτε καν επιδερμικό.
Όσο ψηλότερα πας, τόσο βαθύτερα γίνονται τα πράγματα. Αρχίζουν να έχουν καινούργιες διαστάσεις. Αυτό που ήταν μόνο σωματικό, αρχίζει να έχει και ψυχολογική διάσταση. Αυτό που ήταν απλώς βιολογικό, γίνεται και ψυχολογικό. Μοιραζόμαστε τη βιολογία με όλα τα ζώα, όχι όμως και την ψυχολογία.
Όταν η αγάπη πηγαίνει ακόμα ψηλότερα – η βαθύτερα, που είναι το ίδιο – τότε αρχίζει να έχει κάτι πνευματικό μέσα της.
Η αγάπη απλώνεται παντού και το ίδιο συμβαίνει και με άλλες αξίες. Όταν η αγάπη είναι εκατό τοις εκατό αγνή, δεν μπορείς να κάνεις κανένα διαχωρισμό ανάμεσα στην αγάπη και την συνειδητότητα. Τότε, δεν είναι πια δύο. Δεν μπορείς να κάνεις κανένα διαχωρισμό ούτε ανάμεσα στην αγάπη και τον Θεό. Δεν είναι πλέον δύο. Γι’ αυτό και η δήλωση του Ιησού ότι ο Θεός είναι αγάπη. Τα κάνει συνώνυμα. Υπάρχει μεγάλη ενόραση σ’ αυτό.
Στην περιφέρεια, το κάθε τι εμφανίζεται διαχωρισμένο από το κάθε τι άλλο. Στην περιφέρεια η ύπαρξη έχει πολλές μορφές. Όσο πιο κοντά στο κέντρο έρχεσαι, η πολλαπλότητα αρχίζει να λιώνει, να διαλύεται και αρχίζει να εμφανίζεται το ενιαίο. Το κάθε τι είναι ένα.
Δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο και τίποτα κατώτερο. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχουν δύο αξίες. Υπάρχουν δύο μονοπάτια, που οδηγούν από την κοιλάδα στην κορυφή.
Το ένα μονοπάτι είναι η επίγνωση, ο διαλογισμός, το μονοπάτι του Ζεν. Το άλλο είναι το μονοπάτι της αφοσίωσης, των μπάκτι, των Σούφι. Αυτά τα δύο μονοπάτια είναι διαχωρισμένα όταν αρχίζεις το ταξίδι. Πρέπει να επιλέξεις. Όποιο κι αν επιλέξεις πρόκειται να σε οδηγήσει στην ίδια κορυφή.
Και όσο φτάνεις πιο κοντά στην κορυφή, θα εκπλαγείς: Οι ταξιδιώτες του άλλου μονοπατιού έρχονται πιο κοντά σ’ εσένα. Σιγά – σιγά, τα μονοπάτια αρχίζουν να ενώνονται. Μέχρι να φτάσεις στην κορυφή, έχουν γίνει ένα.
Ο άνθρωπος που ακολουθεί το μονοπάτι της επίγνωσης, βρίσκει αγάπη σαν συνέπεια της επίγνωσης του, σαν υποπροϊόν, σαν σκιά. Και εκείνος που ακολουθεί το μονοπάτι της αγάπης βρίσκει επίγνωση σαν συνέπεια, σαν υποπροϊόν, σαν σκιά της αγάπης. Είναι οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.
Και να θυμάσαι: Αν η επίγνωσή σου στερείται αγάπης, τότε είναι ακόμα ακάθαρτη. Δεν έχει ακόμα γνωρίσει το εκατό τοις εκατό καθαρότητας. Δεν είναι ακόμα αληθινή επίγνωση. Δεν είναι καθαρό φως.

Πρέπει να υπάρχουν θύλακες σκοταδιού μέσα σου που δουλεύουν ακόμα, λειτουργούν, σε επηρεάζουν, κυριαρχούν πάνω σου. Αν η αγάπη σου είναι χωρίς επίγνωση, τότε δεν είναι ακόμα αγάπη. Πρέπει να είναι κάτι κατώτερο, κάτι πιο κοντά στον πόθο, παρά στην προσευχή.
Άφησέ το λοιπόν, να είναι το κριτήριο: Αν ακολουθείς το μονοπάτι της επίγνωσης, ας είναι η αγάπη το κριτήριο.
Όταν η επίγνωσή σου ξαφνικά ανθίσει μέσα στην αγάπη, ξέρεις απόλυτα ότι η επίγνωση έχει συμβεί, το σαμάντι έχει επιτευχθεί.
Αν ακολουθείς το μονοπάτι της αγάπης, τότε άφησε την επίγνωση να λειτουργήσει σαν κριτήριο, σαν λύδια λίθος. Όταν ξαφνικά, από το πουθενά, στο ίδιο το κέντρο της αγάπης σου, αρχίζει να εμφανίζεται μια φλόγα επίγνωσης, τότε ξέρεις…


Γλέντα το! Έχεις φτάσει στο σπίτι.


Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό...



.......................................


Aν η ψυχή είχε φωνή...



Μια φυλακή σε προσμένει όταν φοβάσαι

αυτό ψυχή μου να θυμάσαι.

Μια Κυριακή που πεθαίνει μην τη λυπάσαι

αν αγαπάς ο ίδιος θα' σαι.

Παίζει ο πόνος τα βράδια με την καρδιά σου

...κυνηγάει τα δάκρυά σου

κι όταν στο δρόμο σου θα 'βρεις παλιά φιλιά σου

βάλτα στην αγκαλιά σου.


Αν η ψυχή είχε φωνή

και μπορούσε να μιλάει

κάνε πιο κει θα 'χε πει

στο κορμί που την χαλάει.

Αν η ψυχή είχε πιει

και μπορούσε να γελάει

κάνει πιο κει θα 'χε πει

στο κορμί που την ξεχνάει.

Χειμώνας σε περιμένει όταν αργήσεις

αυτή την άνοιξη να ζήσεις

κι όταν η αγάπη πεθαίνει να μη δακρύσεις

πόθους ξανά θ' αναστήσεις.

Αναρτήθηκε από ✿ margarita

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

                   .....................

~Χρονικό Κυνηγητό~
Με κυνηγάει μία Απώλεια.

Δεν της χαρίζομαι.


μα...

πάντα μας ερωτεύονται παθιασμένα,

εκείνοι που τους απορρίπτουμε...


Ασταθής

κι ακόμη επιπλέω...


Υποδέχομαι τις Στιγμές

μέσα στο Χρονικό Κυνηγητό της Απώλειας...


Ακόμη και χώρια

εγώ είμαι μαζί σου..

Πες πως είμαι τρελή...

Οι στίχοι με λένε ερωτευμένη!..

ακόμα και με τις σκιές..


Εγώ νιώθω το αγκάλιασμα της Σκιάς σου

ακόμη κι αν το λαχάνιασμα της ΑποΦυγής

μου λύνει τα χέρια!....

Ασταθής

κι ακόμη επιπλέω...

Χρονική Σχεδία

αυτοΣχέδιας επινόησης

στη Στροφή σου...

Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από ~reflection~
                               ..................

....the music played....
Είχα κι εγώ κάτι αναμνηστικά στο συρτάρι των Προσδοκιών

από μερικά Ταξίδια του Μέλλοντος.

Όμως, τα ξεπούλησα όσο όσο για λίγο Παρόν.


Όσο η μουσική ακούγεται από τα μεγάφωνα της Αγοραπωλησίας

όλο χάνω την Αξία της Ευτυχίας μου

στο Υπαίθριο Παζάρι,

όπου οι Αγύρτες ανταλλάσσουν Τυφλές Ελπίδες

για λίγες στιγμές Παρόντος...

Τρόπος πληρωμής του Ανεκτίμητου

αυτοκτονία του Στίχου που μαρτυρά λεπτομέρειες,

με θηλιά τη μουσική,

που σαν λαστιχο τεντώνεται

και επιβραδύνει το Θάνατο και τις Αγωνίες...
Εμποράκος του Δρόμου

συναλλάσσομαι με την Εμπειρία

και φεύγω... με χέρια αδειανά

και καρδιά κομμάτια...
και η μουσική παίζει ακόμα,

σαν ακάλυπτη επιταγή Ευτυχίας...

Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από ~reflection~
Μου 'ταξες ταξίδι να με πας......



{Αφιερωμένο σε όσους ταξιδεύουν με εισιτήριο μία μόνο συλλαβή...}


Σ' ένα σκηνικό Ζωής

που γνώριμο δεν ήταν,

σα γειτονιά εξορίας

με δρόμους φίδια κινδύνου,

Περπατούσα....

Οι στροφές με χέρια αόρατα

μου έκλεβαν απ'τις τσέπες

το χάρακα και το διαβήτη...


Πώς να χαράξω πορεία;


Τυφλό μου Ταξίδι,

ορφανεμένο...

Μάτια κλειστά

μην τυφλωθώ απ'τη σκόνη

των αιωρούμενων Απαντήσεων,

που με Ταχύτητες Φωτός προσπερνούσαν

τις παιδικές μου Ερωτήσεις

στα Τοπία μιας Αποσιωπημένης Γνώσης...


Τυφλό μου Ταξιδι

ορφανής αφετηρίας

και νώθου προορισμού...

Νιώθω θυμάμαι...


Ήταν που σεργιάνιζα στα Ποιήματα...

μόνη μου

με τρύπιες αποσκευές

κι όλο δίχως προμήθειες

σε κάθε στάση

να λιμοκτονώ,

μα ν'αντέχω

σε μια Οδύσσεια ακατάπαυστου Οίστρου,

μ'ακρωτηριασμένες συλλαβές

και Διαδρομές μιας Σταθερής Αστάθειας...
Ευρύχωρος Ορίζοντας

κι Ανίδεη περπάτησα στο Σύμπαν,

δίχως να υποψιαστώ

πως μια Πρόβα ήταν

η λυρική μου Διαδρομή

για να μάθω να βαδίζω

Δίπλα Σου,

σε εκείνο το Ταξίδι στο Προσκήνιο της Επαφής μας...
Μου το 'χες τάξει

σε μια παλιά Ζωή

της ΧρονοΤαξιδεμένης Ψυχής μας...
το βρήκα γραμμένο στο Ημερολόγιο των Αιώνιων Στιγμών...
Κληρονόμησα την Υπόσχεση

και ήρθα απόψε να σου αναγγείλω

πως έτοιμη είμαι πια.
Τόσες πρόβες Ταξιδιού

μέσα στα Ποιήματα....


Ήρθε η ώρα...

Πάρε με να φύγουμε....


Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από ~reflection~
     ..........


Μου 'ταξες ταξίδι να με πας......



{Αφιερωμένο σε όσους ταξιδεύουν με εισιτήριο μία μόνο συλλαβή...}
Σ' ένα σκηνικό Ζωής

που γνώριμο δεν ήταν,

σα γειτονιά εξορίας

με δρόμους φίδια κινδύνου,

Περπατούσα....


Οι στροφές με χέρια αόρατα

μου έκλεβαν απ'τις τσέπες

το χάρακα και το διαβήτη...
Πώς να χαράξω πορεία;


Τυφλό μου Ταξίδι,

ορφανεμένο...

Μάτια κλειστά

μην τυφλωθώ απ'τη σκόνη

των αιωρούμενων Απαντήσεων,

που με Ταχύτητες Φωτός προσπερνούσαν

τις παιδικές μου Ερωτήσεις

στα Τοπία μιας Αποσιωπημένης Γνώσης...
Τυφλό μου Ταξιδι

ορφανής αφετηρίας

και νώθου προορισμού...
Νιώθω θυμάμαι...
Ήταν που σεργιάνιζα στα Ποιήματα...

μόνη μου

με τρύπιες αποσκευές

κι όλο δίχως προμήθειες

σε κάθε στάση

να λιμοκτονώ,

μα ν'αντέχω

σε μια Οδύσσεια ακατάπαυστου Οίστρου,

μ'ακρωτηριασμένες συλλαβές

και Διαδρομές μιας Σταθερής Αστάθειας...


Ευρύχωρος Ορίζοντας

κι Ανίδεη περπάτησα στο Σύμπαν,

δίχως να υποψιαστώ

πως μια Πρόβα ήταν

η λυρική μου Διαδρομή

για να μάθω να βαδίζω

Δίπλα Σου,

σε εκείνο το Ταξίδι στο Προσκήνιο της Επαφής μας...
Μου το 'χες τάξει

σε μια παλιά Ζωή

της ΧρονοΤαξιδεμένης Ψυχής μας...
το βρήκα γραμμένο στο Ημερολόγιο των Αιώνιων Στιγμών...

Κληρονόμησα την Υπόσχεση

και ήρθα απόψε να σου αναγγείλω

πως έτοιμη είμαι πια.

Τόσες πρόβες Ταξιδιού

μέσα στα Ποιήματα....


Ήρθε η ώρα...

Πάρε με να φύγουμε....


Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από ~reflection~
........................................................


Δε ξερω αν θα καταφερω να συνεχισω...μα νιωθω οτι καποιες σκεψεις μου θελω να τις βλεπω!


Δεν με ενδιαφερει να τις δει κανεις, να τις διαβασει...απλά θελω να τα γραψω...να τα δω...να τα τραγουδησω...

Δεν ξερω να γραφω καλα, μακαρι ναμουν μουσικος, ζωγραφος..κατι σημαντικο..κατι που να μπορει να αποτυπωσει ψυχη, ονειρα, συναισθηματα...

Ψαχνω να βρω ενα ενα τα σκαλοπατακια για να ανεβω ψηλα...ψηλαφω το επομενο μα δε το βρισκω...μια σκαλα ειναι η ζωη. Οσο πιο ψηλά φτανεις, τοσο ευκολο ειναι να κυλλησεις και τοτε το ανεβασμα θαναι πιο δυσκολο, πιο χρονοβορο..πιο κουραστικο. Θα χρειαστεις ψυχη γεματη, μυαλο καθαρο, ανθρωπους αληθινους...θα αιματοκυλιστεις..θα πονεσεις..θα γδαρθεις...

Δυσκολο εργο η αναβαση, για ρωτησε και τους ορειβατες...δυσκολο μα ειναι αγωνας, αγωνας που το τελος σε επιβραβευει...

αγαπημενο τοσο......

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

................................................



συγνωμη...
Καποιοι δε ξερουν τη λεξη...

Καποιοι κανουν οτι δεν τη ξερουν...

Αλλοι τη λενε τοσες φορές τη μερα που μενει αφωνη...

Καποιοι αλλοι δε ξερουν την ακριβη σημασια της...

Υπάρχουν κι αυτοί που τη λενε επιλεκτικα...

Καποιοι κερδιζουν απο αυτη...

Μια μεριδα ζουν απο αυτη...

Εγωισμος;...μπορει...απανθρωποιηση;..μπορει...

Γιατι τι λεμε;

για να νιωσουμε καλα;

για να πετυχουμε κατι;

για να φυγουν τυχον τυψεις;

για να συνεχισουμε;

για να νιωσει ο ακουων καλα;

για να ειμαστε αρεστοί;

Ποιος ξερει;...μπορει και για ολα..μπορει και για κατι αλλο...
Υπάρχουν και ανθρωποι που θελουν να την πουν, γιατι ετσι το νιωθουν...γιατι νιωθουν οτι ισως αδικησαν, γιατι νιωθουν οτι οι ανθρωποι μεσα απο τη διαδικασια της σκεψης για να βγει προς τα εξω η λεξη αυτη, καλιτερευουν σαν ανθρωποι...γιατι νιωθουν οτι εξωτερικευση των συναισθηματων τους, τους βοηθουν...γιατι θελουν να ακουμπησουν τις σκεψεις τους, να τις κουβεντιασουν, να κανουν πιο ομορφο τον εαυτο τους, τη καρδια τους....να χαμογελασουν παιρνοντας δυναμη απο τα σφαλματα τους, να δωσουν μετα πιο πολλα...οχι ντε και καλα εκει που εσφαλαν, μα στη ζωη την ιδια...

Δε μπορουν ομως....

Αν δεν υπάρχει πια ο ανθρωπος που αδικησαν; αν δεν μπορει να βρεθει ο αποδεκτης;

ΚΑι ψαχνουν, προσπαθουν να ανοιξουν κλεισμενες πορτες, αμπαριασμενες καρδιες...

Πουθενα ζωη, αναπνοη...φαρος ερημος...

Μια ζωη να αναζητουν, να ψαχνουν..ψυχες μετεωρες αναμεσα στους δυο κοσμους...αληθεια-ψεμα, ζωη-θανατος...

Λενε οτι φτανει που το σκεφτεσαι εσυ..φτανει που εσυ εχεις μετανιωσει...

Δε φτανει..η καθαρση ερχεται εκει...απεναντι με ματια στα ματια...με δακρυ κρυφο, με βλεμμα σκυθρωπο...με μιλιά..

Για ολους...για σενα ...για σενα...και για μενα...

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

............................

Ξυπνας απο υπνο που επιδιωξες ναναι μεγαλος, ασχετα αν ηταν πολεμος, και ξανασκεφτεσαι ποτε θα κοιμηθεις παλι...


Να μη σκεφτεσαι, να ρθει ο χρονος σιγα σιγα και να βαλει μια πετρουλα, δυο...να πολεμησει τη μνημη...

Τα βαζεις με τον εαυτο σου τι εκανες λαθος, τι δεν εδειξες, γιατι εσυ ξερεις πολυ καλα τι ηθελες...

Ποτέ δεν ειχες ελευθερο χρονο πολυ...κι οσον ειχες τον αφιερωνες...Ναι,αναμεσα απο χιλιες δυο ασχολιες...απο τρεξιμο μπολικο...

Πώς μπορει να αλλαξανμεσα σε τοσο λιγο διαστημα, πολλα...

Η παρουσια ισως ηταν εντονη, καθοριστικη...

Δεν εχουν μαθει να επιβραβευουν την διακριτικοτητα, την διαφορετικοτητα, την ελευθερια...

Η αγαπη δεν δειχνεται με τα τηλεφωνηματα, με το χρονο, με την πιεση...

Αγαπας τη συμπεριφερα του στους γυρω του, αγαπας την καλοσυνη του, αγαπας την αντιμετωπιση που εχει στο μικροκοσμο του, αγαπας και εκτιμας το ποσο σωστος ειναι κι ας σε ξεχνα καπου καπου γιαυτο

Εκτιμηση...ναι...ΝΑ κανει πραγματα που ειναι σωστα κι ας χαθει απο μενα...Ας παει στους γονεις του, ας μεινει με το φιλο του γιατι πρέπει॥ας...Κι ας μην ειναι μαζι μου...Εκτιμας γιατι το κανει...αγαπας αυτον τον ανθρωπο γιατι ξερεις οτι προσπαθει ναναι σωστος। οτι εκπληρωνει τα πιστευω του, τα πρέπει του...



Σκεψεις πολλες, μνημες πολλες...κι ειναι πρωι ακομη...

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

............................


Αυτό που θα θελα απόψε,τελικά,είναι ένας ώμος,να γείρω πάνω του να κλάψω.


Να κλάψω πολύ.Με λυγμούς.Με κραυγές.Να κλάψω για όλα.Για όσα αγάπησα.Για όσα ονειρεύτηκα.Για όσα ένιωσα.Για όσα περίμενα και δεν ήρθαν.Για όσα ήρθαν.Για όσα με πρόδωσαν.Για όσα με χαράκωσαν.Για όσα με θανάτωσαν.Για όσα μ ανάστησαν.

Να κλάψω πολύ.Με λυγμούς.Με κραυγές.

Για όλα....

Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν ακούσω τη φωνή του,να μου πει ψιθυριστά "Μην κλαις".Μόνο αυτό.Τίποτ άλλο.

Μην κλαις।Μόνο αυτό....



χιλιοειπωμενο...παντου το βλεπεις...στα περισσοτερα ब्लोग्स...στη σκεψη πολλων...

τι θαθελα αποψε...

χμ! ισως τιποτα...πολλες φορες αυτος ο ωμος που ζητας να γυρεις, ισως να μην ερθει॥κι αν ερθει ισως ναναι απο συμπονοια...Θαναι λιγο...

Οταν νιωθεις να φευγουν ανθρωποι δικοι σου, οταν νιωθεις αυτη τη λεπτη γραμμη αναμεσα στο χθες και στο αυριο...σκεπτεσαι πώς η ζωη ειναι αμειλικτη...οτι ποτέ δεν μπορεις να νιωσεις το αυριο...Κι αυτο που σου μενει ειναι να νιωθεις τους ανθρωπους σου να ζουν το σημερα...οπως ο καθενας το οριζει, οπως νιωθει το καλα, οπως κανει ομορφη τη καρδουλα του...

Κι εσυ να ζησεις οτι σου ερχεται, οτι ομορφο φερνει το ανεμακι...θες ναναι η κουρτινουλα;॥θες ναναι ενα ποτακι σε ενα ξεχασμενο μπαρακι;...θες ναναι μια γλυκια κουβεντουλα, οπου....

Ποσο θαθελα...

Ναι θαθελα...αυτο το ποτακι που ηπια πριν...να το πινα σε ενα χορταριασμενο μπαρακι...με τις αναμνησεις να στηνουν χορο αποπανω ...με παρεα αυτον που θα ηθελε να ναι μαζι μου...θαθελε να σκεπασει με ενα χερακι στους ωμους...οχι γιατι πρεπει...μα γιατι το νιωθει...να μου μιλησει....μαλλον να μη πει τιποτε...απλα να κοιταζει...να νιωθω την ανασα του....ζεστη...να φυγει της μερας το κρυο στη ψυχης...να φυγει το γρηγορο παιξιμο της καρδιας...η απωλεια...η θυμηση...

Να ανασανει...

Ξερεις ματια μου;

Ειναι το μονο βραδυ που δεν θελω νασαι εδω...οχι γιατι δε σε θελω...μα γιατι θελω νασαι καλα...γιατι θελω να μην ακουμπησει η γυμνια μου...το σκοταδι...τα συννεφα...

Θελω η δροσουλα να αγγιξει τη ψυχη σου...

Ηρεμα...



θελω απλα νασαι καλα...

.......

και ξερεις;

χωρις να με πειραζει πια...

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

.............................


χρονος..στιγμη...
Κι εκει που νομιζεις οτι ανηβηκες ενα ακομη σκαλοπατακι, καταλαβαινεις οτι πας πολλα πισω...

Οτι ξαναγυριζεις παλι, οχι εκει που ησουν μα πιο βαθια...

Ο χρονος ειναι κατι περιεργο, αυτη η στιγμη που σε φερνει κοντα ή ακομη μακρυτερα...που αν δεν ησουν εκει, δεν θα την ενιωθες....θα σουν ενα σκαλοπατακι πιο πανω...

Ισως ομως ναναι και αυτη η στιγμουλα που μπορει να σε παει πισω, μπορει να σου δωσει ενα βραδυ ακομη που θα κοιτας ψηλά, μα δεν θα μπορεις να φτασεις...που μπορει να σου δωσει απαντησεις σε ερωτηματα, που μπορει να σου δωσει τη πραγματικοτητα...

Αν δεν την ειχες γευτει, ισως νασουν μια πιθαμη παραπανω, μα μαλλον θαταν ψευτικη...

Αραγε αυτο ειναι που ζητας;

Οχι...



Αν δεν βρισκομουν εκει, αυτη τη στιγμη, θαμουν απλα καπιος που δεν θα ηξερε...

Βρεθηκα εκει...ειμαι ενας ανθρωπος που ξερω..

Αν δεν ηξερα θα κοιμομουν πιο ηρεμα

Βρεθηκα, και ξερω...θα κοιμηθω ασχημα..μαλλον δεν θα κοιμηθω..

Τι ειναι αραγε πιο καλο;

Τι θελει ο ανθρωπος τελικα;

Την αληθεια;...ή απλα να κοιμηθει;

Δε ξερω πραγματικα....παντα ηθελα την αληθεια...μα ειναι φορες που δεν εχω το κουραγιο για να την αντιμετωπισω...

Χρονος λοιπον..στιγμη...Νασαι εκει;

Να τη ζησεις;

Να δεις την αληθεια;

Να μην εισαι εκει;

ΘΑ κοιμηθεις καλυτερα..ισως και να κανεις λαθος...

Ισως..

Μα δεν κανεις....

2 Μονόλογος (από το "Μονόλογος θέμα για Διάλογο) Μάγδα Ρήγα


Βράδυ με φεγγάρι. Αύγουστος ....

 Ένα κοριτσάκι ξαπλωμένο στο κρεβάτι του βλέπει τη μητέρα του να γράφει. Εγώ, το κοριτσάκι, δεν ξέρω να γράφω, δεν ξέρω να διαβάζω, δεν καταλαβαίνω γιατί λείπει ο μπαμπάς, τι είναι να είναι στρατιώτης, γιατί κλαίει η μαμά ακόμα κι όταν με κρατάει αγκαλιά.
Μου δείχνει μία φωτογραφία του. Δεν τον ξέρω. Είναι ο μπαμπάς σου, λέει η μαμά. Τότε γιατί δεν είναι εδώ; Δε μας αγαπάει. Κι αυτή του γράφει κάθε βράδυ. Την ακούω..."Βράδυ η ώρα 9, το κοριτσάκι μας μόλις έφαγε την κρέμα του. Εγώ; σκέφτομαι, αισθάνομαι, νοιώθω, αγαπώ, λυπάμαι, ελπίζω. Ελπίζω, αγαπούλα μου, να έρθει γρήγορα νικητής ή τροπαιούχος. Λυπάμαι. Ελπίζω. Αυτά τα δύο ρήματα με φέρνουν στο χθες. Ναι. Ακριβώς χθες το βράδυ. Όταν είπες πως η αγάπη πληγώνει κι εγώ σου είπα "ε, και"; εσύ είπες, όπως η μάνα μου "η αγάπη πονάει αλλά σε κάνει να ελπίζεις". Να ελπίζω, τι; Πως θα περάσει ο πόνος, πως θα σε βγάλω από τη σκέψη μου, πως θα καταφέρω να ξεφύγω από τον έρωτα! Μήπως εσύ ελπίζεις να βρεις το θάρρος να μου πεις πως μ'αγαπάς, πως αψηφάς τις δυσκολίες, τα ταμπού, τις προκαταλήψεις, τους διαξιφισμούς με την ψυχή σου ή τη λογική σου. Αχ, ας μου έλεγες πως πραγματικά μ'αγαπάς! Έχεις δίκιο. Ξέφυγα πάλι. Συνεχίζει η μαμά το γράμμα της μονολογώντας "Σε σκέπτομαι κάθε μέρα, κάθε ώρα ή πιο καλά, κάθε λεπτό. Βασανίζω τη σκέψη μου να μη σε σκέπτομαι αλλά αδύνατον...δεν μπορώ. Το μόνο που κάνω μαθαίνω να υπομένω ή θα υπομένω όταν μαθαίνω πως είσαι καλά στην υγεία σου". Κι εσύ λες, πως το μ΄νο που θέλεις είναι μία ακόμα ευκαιρία να μου αποδείξεις πόσο μ'αγαπάς. Να σου δώσω όσες ευκαιρίες θέλεις. Είναι τρεις η ώρα ξημερώματα. Τι ξημερώματα, δήλαδή; Πίσσα το σκοτάδι έξω. Δεν έχει φεγγάρι απόψε όπως εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ που γράφει η μάνα μου στον μπαμπά. Το συναίσθημα όμως είναι το ίδιο. Απόσταση μισού αιώνα και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Αγαπώ τον μπαμπά μου χωρίς να τον γνωρίζω και μου λείπει χωρίς να ξέρω το γιατί. Μου λείπει η αγκαλιά του. Αγαπώ εσένα χωρίς να ξέρω το γιατί και μου λείπεις κάθε στιγμή, είτε είμαι κοντά σου είτε μακριά σου. Μου λείπει η αγκαλιά σου. Ξαναζώ την προ-νηπιακή ηλικία μου και νοιώθω τα συναισθήματα της μάνας μου. Δεν της απαντούσε ο μπαμπάς ή τουλάχιστον δεν έμαθα ποτέ τι της έλεγε εκείνος. Είναι ακριβώς το ίδιο. Δε μου λες τίποτα ή τουλάχιστον κάτι που να μπορώ να διαβάσω ανάμεσα στις γραμμές. Εκεί που ξεχνιέμαι και πιστεύω πως έχουμε το ίδιο συναίσθημα, λες κάτι και προσγειώνομαι απότομα. Δε σου το ζητώ εγώ. Εσύ μου παίρνεις τα φτερά πίσω.
Δε θυμάμαι πολλά πράγματα από τα παιδικά μου χρόνια. Εικόνες έχω. Γλυκές, σαν τη μαρμελάδα βερίκοκο που μου άλειβαν στο ψωμί και πικρές σαν την απουσία σου από τη ζωή μου!

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

......................


Πόσες σ΄έχω αγαπήσει φορές χωρίς καν να σε δω κι

ίσως δίχως να σε θυμάμαι,
δίχως νύξη καμιά της ματιάς σου, χωρίς να σε βλέπω,

κενταύρα,
σε τόπους αντίξοους,σε καυτά μεσημέρια:
ήταν το 'αρωμα απ'το στάρι που τόσο αγαπάω.
Ίσως σ'είδα ή πως πέρασες νόμισα υψώνοντας ένα ποτήρι,

κάτω απ'το φώς, της σελήνης τον Ιούνη,

ή ίσως ήσουν η μέση εκείνης της κιθάρας,

που στα σκότη την έκρουξα και ήχησε σαν τ'απροσμέ-

τρητο πέλαγο.
Σ΄αγαπούσα χωρίς να το ξέρω και γύρευα τη θύμηση σου.
Στ΄άδεια σπίτια έχω μπει με τη λάμπα για να κλέψω
τη ζωγραφιά σου.
Μα ήξερα πια πως ήσουνα..Ξάφνου
καθώς βάδιζες δίπλα μου σ΄άγγιξα
κι η ζωή μου σταμάτησε:
μπρος στα μάτια μου στεκόσουν,ρήγισα,
και βασιλεύεις...

Σαν πυρά μές στα δάση η φωτιά είν'το ριγάτο σου....
.........................


Ύμνος του Έρωτος


Κικλήσκω μέγαν αγνόν εράσμιον ηδύν Ερωτα
τοξαλκή πτερόεντα πυρίδρομον εύδρομον ορμήι

συμπαίζοντα θεοίς ηδέ θνητοίς ανθρώποις

ευπάλαμον διφυή πάντων κληίδας έχοντα

αιθέρος ουρανίου πόντου χθονός ηδ' όσα θνητοίς

πνεύματα παντογένεθλα θεά βόσκει χλοόκαρπος

ηδ' όσα Τάρταρος ευρύς έχει πόντος θ' αλίδουπος

μούνος γαρ τούτων πάντων οίηκα κρατύνεις

αλλά μάκαρ καθαραίς γνώμαις μύσταισι συνέρχου

φαύλους δ' εκτοπίους θ' ορμάς από τώνδ' απόπεμπε.



Μετάφραση:



Επικαλούμαι τον μεγάλο,αγνό,εράσμιο,γλυκύ 'Ερωτα,

τον εύτοξον,τον φτερωτόν,τον πυρίδρομο,τον ταχύ σε ορμή,

που παίζει με τους θεούς και τους θνητούς ανθρώπους,

τον επιδέξιο,τον δίφυλο,των πάντων που κατέχει τα κλειδιά,

του ουρανίου αιθέρος,της θάλασσας,της γης,κι όσες πνοές

στους θνητούς πανταγόνες τρέφει η χλοόκαρπη θεά,

κι όσες ο ετρύχωρος Τάρταρος έχει κι ο θαλασσόγδουπος πόντος,

γιατί μόνον εσύ κρατάς το πηδάλιον όλων αυτών ΄

αλλά, μακάριε, με καθαρές διαθέσεις συνδέσου με τους μύστες,

κι απόδιωχνε απ'αυτούς τις φαύλες κι αλλόκοτες ορμές.


Ύμνος του Έρωτος (Oρφικά)
......................


Έρως νεφεληγερέτης
Έρως τρυφερός,τρυφηλός,ηδύς,ηδυπαθής

Έρως λεπτός και εύθραστος

Έρως μελαγχολικός,τυραννισμένος

Έρως από κόκκινο και μαύρο

Έρως από γιασεμί

Έρως σκληρός,βίαιος,δύσκολος

Έρως οδυνηρός

Έρως ανυπεράσπιστος

Έρως αφρούρητος,και πολιορκημένος

Έρως πορθητής,ηγεμών,τύρρανος

Έρως καβαλάρης

Έρως ανέφελος,ανώδυνος κι ανώφελος

Έρως νοσταλγικός,θλιμμένος

Έρως απελπισμένος

Έρως μοναχικός.ανεξήγητος,ανεξίτηλος

Έρως αυγουστιάτικος,καλοκαιρινός

Έρως λυπημένος στην άκρη της νύχτας

Έρως αγέρωχος,ένδοξος,επηρμένος

Έρως άπληστος,απεγνωσμένος

Έρως Πολιούχος

Έρως απαλός,στα όνειρα των κοριτσιών

Έρως πάνδημος και ουράνιος

Έρως ματωμένος απο τα πάθη

Έρως βαθύς και άνισος

Έρως εκ βαθέων

Έρως , Έρως!

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

.........................


Μ΄αρέσει άμα σωπαίνεις,
επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία

κι ενώ μεν απ΄τα πέρατα με ακούς

η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.

Μου φαίνεται ακόμα οτι τα μάτια μου

σε σκεπάζουν πετώντας,κι οτι ένα φιλί,

μου φαίνεται στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα

είναι απο την ψυχή μου,

έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ΄τα πράγματα,

ποτισμένη απ΄την δική μου ψυχή.

Του ονείρου πεταλούδα,

της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,

σαν όπως μοιάζεις και στην λέξη μελαγχολία,

καθώς ηχεί.

Μ΄αρέσεις άμα σωπαίνεις,

επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.

Κι άμα κλαίς μου αρέσεις,

απ΄την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.

Κι ενώ μεν απο τα πέρατα με ακούς,

η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σε αγγίξει:

Άσε με τώρα να βυθιστώ και γώ,

με την σιωπή τη δικιά σου,

που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων

και που λάμπει σαν αστραπή.

Είσαι όμοια η νύχτα,αγάπη μου,

η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.

Απόμακρη και τόση δα

κι απ΄αστέρια φτιαγμένη είναι η δική σου σιωπή.

Μ΄αρέσεις άμα σωπαίνεις,

επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.

Μακρινή κι απαρηγόρητη,σα να σε σκέπασε χώμα.

Μια λέξη μόνο αν πεις,ένα χαμόγελο,

μου αρκεί για να πανηγυρίσω

που είσαι εδώ,κοντά μου

ακόμα...

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

............................



" Πώς σ'αγαπώ;
Τους τρόπους ας μετρήσω.
Σ'αγαπώ στο βάθος, πλάτος και ύψος που η ψυχή μου δύναται να φτάσει, σαν ψάχνει αόρατη να βρει το τέλος του Είναι και της Χάρης της ιδανικής.

Σ'αγαπώ στο επίπεδο της ταπεινότερης καθημερινής ανάγκης, κάτω απ'τον ήλιο ή του κεριού το φως. Σ'αγαπώ ελεύθερα, όπως παλεύουν οι άντρες για το Δίκιο.

Σ'αγαπώ αγνά, όπως απεχθάνονται τον Έπαινο.

Σ'αγαπώ με το πάθος που έντυνα παλιά τις λύπες μου και με την πίστη των παιδικών μου χρόνων.

Σ'αγαπώ με μιαν αγάπη που νόμιζα πως έχασα μαζί με τους χαμένους μου αγίους- σ'αγαπώ με την ανάσα,τα χαμόγελα, τα δάκρυα όλης της ζωής μου!- και αν ο Θεός ορίσει θα σ'αγαπώ περισσότερο μετά το θάνατο."......
............................


Aν με ξεχάσεις...


Ένα

θέλω να ξέρεις.



Ξέρεις πώς είν' αυτό:

κοιτάζω

το κρυστάλλινο φεγγάρι, το κόκκινο κλαδί

του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου,

αγγίζω

πλάι στη φωτιά

την ατάραχη στάχτη

ή το ρυτιδωμένο σώμα του ξύλου,

κι όλα με φέρνουν σε σένα,

λες και ό,τι υπάρχει,

αρώματα, φως, μέταλλα,

είναι μικρά πλεούμενα που ταξιδεύουν

προς τα νησιά σου που με περιμένουν.

Ωστόσο,

αν λίγο λίγο πάψεις πια να μ'αγαπάς

θα πάψω κι εγώ να σ'αγαπώ λίγο λίγο.

Κι αν ξαφνικά

με ξεχάσεις

μην ψάξεις να με βρεις,

θα σ' έχω λησμονήσει.

Αν θεωρήσεις ότι κρατάει πολύ κι είναι τρελός

ο άνεμος από σημαίες

που περνάει απ'τη ζωή μου

κι αποφασίσεις

να με αφήσεις στην όχθη

της καρδιάς που έχω ρίζες,

σκέψου

πως εκείνη τη μέρα,

την ώρα εκείνη

θα σηκώσω τα χέρια

και θα βγουν οι ρίζες μου

για να βρούνε άλλη γη.

Όμως

αν κάθε μέρα,

κάθε ώρα,

νιώθεις προορισμένη για μένα

με γλυκύτητα αψεγάδιαστη.

Αν κάθε μέρα ανεβαίνει

ένα λουλούδι στα χείλη σου για να με βρει,

αχ αγάπη μου, αχ δικιά μου,

μέσα μου όλη τούτη η φωτιά θα επαναλαμβάνεται,

μέσα μου τίποτα δε θα σβήσει ούτε θα ξεχαστεί,

η αγάπη μου τρέφεται από την αγάπη σου, αγαπημένη,

κι όσο θα ζεις θα είναι μες στην αγκαλιά σου

χωρίς απ'τη δική μου να φύγει.



Pablo Neruda- if you forget me
.........................


Κάθισα πλάι σε μια κοπέλα που η καρδιά μου αγαπάει,
κι άκουγα τα λόγια της….
Η μαγευτική φωνή της Αγαπημένης μου μπήκε στην καρδιά μου.

Τούτη είναι η μουσική, ω φίλοι μου,

γιατί την άκουσα μέσα απ’ τα στενάγματά εκείνης που αγαπούσα…
Με τα μάτια της ακοής μου, είδα την καρδιά της Αγαπημένης μου.

Θεϊκή μουσική
Κόρη της ψυχής του Έρωτα
Δοχείο της πίκρας και της Αγάπης
Όνειρο της ανθρώπινης καρδιάς
Καρπέ της θλίψης
Ανθί της ευτυχίας, ευωδιά και
Μπουμπούκι της χαράς
Γλώσσα των εραστών
Που φανερώνεις μυστικά
Μάνα των δακρύων του κρυφού έρωτα
Εμπνεύστρια ποιητών…
Ενότητα σκέψης μέσα
Σε κομμάτια από λέξεις
Που παίρνεις ομορφιά
Και πλάθεις έρωτα
Κρασί της χαρούμενης καρδιάς
Μέσα στον κόσμο των ονείρων…
Ω μουσική!!
Στα βάθη σου αφήνουμε τις καρδιές
Και τις ψυχές μας
Εσύ μας δίδαξες να βλέπουμε με τ’ αφτιά μας
Και ν’ ακούμε με τις καρδιές μας.
...................


Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!


Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται

που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι

θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.


Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,

αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,

ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου

λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου

λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,

ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται

η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,

τόσο αδιάφορη κι αϋλη,

τόσο θετική σαν μεταφυσική

που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις

πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,

κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας

μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,

γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,

σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,

κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος

νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,

κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,

μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,

δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις

ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,

(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.


Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,

μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.

Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –

θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,

τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,

οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα

όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου

απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο

όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της

ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.


Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –

λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,

μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι

και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει

- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,

πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα

δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,

ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος

λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,

τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο

σα να μην είχε τίποτα να κλείσει

ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου

είχα μανία με τα μαντίλια,

όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,

τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς

με το λιόγερμα

ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε

οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί

ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου

ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.


Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι

ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα

πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο

με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες

- 8, 16, 32, 64 -

κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς

όλο φως και ροζ λουλούδια,

(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -

κ’ οι δικοί μου στήριζαν

μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.

Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –

ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –

έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,

μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -

έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα

τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν

άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,

όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,

και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα

δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.


Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,

ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω

έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα

απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου

κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα

κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι

που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –

και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ

πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε

ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,

πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών

κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,

πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,

άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,

στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)

μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,

στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)

- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,

σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -

θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν

σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων

γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,

άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –

Όχι, δε φτάνει.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,

γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη

ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,

ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,

γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,

στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο

πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.

Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.

Πρέπει πάντα να προσέχεις,

να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ

να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι

να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες

να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου

να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.

Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.

Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.

Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του

να απ’ τους νεκρούς του

να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του

και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,

είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,

κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,

κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.

Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -

ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -

κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,

πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,

διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,

το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή

παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο

σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;

όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;

έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,

αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση

πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης

με την γριά βαριά του αρκούδα

με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια

σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο

ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο

και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο

και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω

μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους

μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –

κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,

μην ξέροντας για που και γιατί –

έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια

δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της

να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς

και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα

αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,

την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,

στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,

την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή

με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-

την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής

που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;

Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται

υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,

χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες

που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά

(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)

και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε

το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.


Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα

είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν

σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,

τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,

φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου

– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,

δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –

ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι

και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν

και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες

κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,

τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;


Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,

στο βάθος του πνιγμού,

κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,

απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,

μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,

κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,

μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,

κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια

μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω

μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.

Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.

Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι

δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;


Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,

τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω

– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι

μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω

να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του

και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,

είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,

ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος

ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -

ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,

ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;


Βαθύ βαθύ το πέσιμο,

βαθύ βαθύ το ανέβασμα,

το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,

βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -

τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,

όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,

ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος

ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,

εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.

Έτσι κάθε απόβραδο

έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.


Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη

άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου

ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο

πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,

ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,

ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -

αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει

ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας

απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου

σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει

με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,

τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,

χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.

Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει

να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.

Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –

την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,

την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της

την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της

με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,

με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-

ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,

να μην ακούω πια τα βήματά σου

μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

..........................


Να γράψεις. Δεν καταλαβαίνω γιατί αντιστέκεσαι στον ίδιο σου τον εαυτό; Μ'ακούς; Να γράψεις σου λέω. Βάλε τα όλα στο χαρτί. Τις σκέψεις, τις επιθυμίες, την πίκρα, τη χαρά, τον έρωτα. Ποιον έρωτα; Αυτόν που σε κυριεύει τις νυχτερινές ώρες. Τι είπες; Ζητάς τρυφερότητα; Και οι στίχοι των τραγουδιών που ακούς στο ραδιόφωνο; οι στίχοι που διαβάζεις ; Δε σου χαϊδεύουν την ψυχή, δε σε κρατούν μέσα αντί να παίρνεις το αυτοκίνητο για να τρέχεις στους άγνωστους δρόμους προσπαθώντας να ξεφύγεις από τη ζωή σου; Δε λείπεις σε κανέναν; Μόνο από τον εαυτό σου λείπεις; Καλά! Εσύ δεν ξέρεις τι λες πια! Δεν προλαβαίνεις τη ζωή σου; Μα κορίτσι μου, να χαίρεσαι γι αυτό. Σημαίνει πως δεν έχεις προσβληθεί από την ασθένεια της ανίας. Ξέρεις, αυτό το συναίσθημα της βαρεμάρας που καταλαμβάνει τους έχοντες απολαύσει όλα στη ζωή. Ετσι νομίζουν, δηλαδή. Γιατί ποιος τα έχει ζήσει όλα και δε θέλει να ζήσει περισσότερα; Εσύ; Καλά! Αυτό που λες, πως τα έχεις κάνει όλα κι έχεις κλείσει τον κύκλο σου, είναι σκέτη ανοησία. Εκανες το γύρο της Γης; Ποιον κύκλο εννοείς; 'Ερωτας, γάμος, παιδιά, εγγόνια, χωρισμός, καριέρα; Δε λέω. Ενας κύκλος είναι. Ενας κύκλος που δεν έχει τελειώσει. Γνωρίζεις τη σπείρα; Φέρε το σχήμα της εικόνας στο μυαλό σου. Τι βλέπεις; Έναν αέναο κύκλο. Η αρχή του; Μπορείς να τη δεις, να την περιγράψεις. Το τέλος του, όμως; Οχι! Άκου το τραγούδι στο ραδιόφωνο "Ι wanna lay you down on a bed of roses". Δε θα ήθελες να σε ξαπλώσει κάποιος που σε λατρεύει σ'ένα κρεβάτι στρωμένο με τριαντάφυλλα; Και μόνον η εικόνα φτάνει για να γεμίσει την καρδιά σου με τρυφερότητα. Για θυμήσου...Θυμίσου τη φωνή που σου έλεγε "σάγαπώ, σε λατρεύω". Θυμάσαι; Πώς αισθάνθηκες; Ενα με το Σύμπαν! Ετσι ακριβώς αισθάνθηκες. Στον ουρανό βρεθήκατε. Εσύ και η Φωνή. Τι είπες; Σημαντικό, μεν αλλά πάει, τελείωσε. Τελειώνει το σύμπαν; Τελειώνει ο ¨ερωτας; Μία αλυσίδα είναι ο έρωτας. Το τέλος, που λες εσύ, είναι η αρχή ενός άλλου έρωτα. Μέχρι να πεθάνεις θα ερωτεύεσαι και θα σε ερωτεύονται. Και μετά; Συνεχίζεται ο έρωτας σ'έναν άλλο κόσμο, σε μία παράλληλη πραγματικότητα. Σου θυμίζω ξανά τη σπείρα. Παραμύθια λέω; Αφού βλέπω στα μάτια σου πως κι εσύ έτσι σκέφτεσαι. Τι λες; Κουράστηκες; Θες να συνεχίσουμε αργότερα;Εντάξει, αλλά θα μου τα πεις όλα. Θα πάμε πίσω, πολύ πίσω. Μισόν αιώνα και κάτι. Θα ξεκινήσουμε από τότε που θυμάσαι. Στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή σε βάζω; Ε, και; Της μόδας είναι. Τόσα βιβία γράφουν για την ψυχανάλυση. Οι ίδιοι οι ψυχίατροι έγιναν λογοτέχνες. Οι περιπτώσεις των ασθενών τους έγιναν πλοκή για μυθιστόρημα. Γιατί να μη δοκιμάσουμε κι εμείς; Σου είπε κανείς πρόσφατα πως σ'αγαπαει; Θυμάσαι πως είσαι όταν ερωτεύεσαι; 'Ετοιμη να υπερπηδήσεις όλα τα εμπόδια, ν'αγγίξεις το Θεό. 'Αντε και κοντεύω κι εγώ να γίνω ρομαντική! Ναι, μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτόν. Μπορεις να ζήσεις χωρίς τον εαυτό σου. Όμως δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς έρωτα. Γιατί ο έρωτας σε φέρνει στη ζωή κι αυτός σου την παίρνει πίσω.



Καληνύχτα, κοριτσάκι. Θα τα πούμε αύριο.

Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΜΑΓΔΑ

Απο την Μάγδα Ρηγα.......!

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

.........................


Δεν Μπορώ ν σου δώσω λύσεις για όλα
τα προβλήματα της ζωή σου, ούτε έχω απαντήσεις

για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου,
μπορώ όμως να σ’ ακούσω και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν’ αλλάξω το παρελθόν ή το μέλλον σου.

Όμως όταν με χρειάζεσαι,θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματά σου.

Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου,

να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου,Οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένη.
Δεν κρίνω τις αποφάσεις που παίρνεις στη ζωή σου.
Αρκούμαι να σε στηρίξω να σου δίνω κουράγιο

και να είμαι πάντα δίπλα σου όποτε το θελήσεις.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,

Όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις


Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου,όταν κάποιες θλίψεις

σου σκίζουν την καρδιά,όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου

και να μαζέψω τα κομμάτια,για να τη φτιάξουμε ξανά δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποια είσαι ούτε ποια πρέπει να γίνεις.

Μόνο μπορώ να σ΄ αγαπώ όπως είσαι

Και να είμαι φίλος σου.


Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν

τους φίλους μου και τις φίλες μου,

δεν ήσουν πάνω ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτη ούτε τελευταία στη λίστα.

Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένη.Να εκπέμπεις αγάπη.

Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις μας.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.

Να ακούμε την καρδιά μας.

Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος,ο δεύτερος ή ο τρίτος στη λίστα σου.
Μου Αρκεί που με θέλεις σαν Φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.....



“Μην περπατάς μπροστά μου, μπορεί να μην σε ακολουθήσω.. Μην περπατάς πίσω μου μπορεί να μην σε οδηγήσω.. Απλώς περπάτα δίπλα μου και γίνε φίλος μου“ "Αlbert Camus"



Υ.Γ. Μετά απο αρκετή προσπάθεια,διότι οι περισσότερες εικόνες υπήρχαν στο αρχείο μου σαν παρουσίαση,(και εδώ, πρέπει να ομολογήσω ότι κατά καιρούς μου έχουν σταλεί καταπληκτικά mail που τα έχω φυλάξει) αποφάσισα κάποια να τα επεξεργαστώ,(τρομάρα μου)και να τα μοιραστώ μαζί σας..Δεν περίμενα όμως ότι το "μαγείρεμα" αυτο θα ήταν τόσο περίπλοκο..ώρες τώρα παιδεύομαι!

Πιστεύω κάτι κατάφερα :)..

Ανάρτηση αφιερωμένη στους αγαπημένους μου φίλους, μα και στους δικούς σας...γιατί οι φίλοι μας,είναι πολύτιμοι!