Διαβάζω για χάρτινα όνειρα...και σαν τους ήρωες του βιβλίου μου, σκίζω τα δικά μου φύλλα στο ημερολόγιο....πόσες ώρες, πόσα λεπτά....ξοδεμένα...ξοδεμένα...
Για άλλη μια φορά προσπαθώ να αυξήσω το ρίσκο...ενσυνείδητα...πάντα ενσυνείδητα...όσο είναι καιρός...
"Για μια στιγμή όμως είχα καθίσει στο γρασίδι κάπου πάνω απ' την αέναη κίνηση της θάλασσας και το θόρυβο των δασών, είχα δει το σπίτι, τον κήπο και τα κύματα να σπάζουν"
...για μια στιγμή....
και η στιγμή εκείνη πέρασε και χάθηκε...
Διαβάζω...
"Έτσι, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα, σβέλτα, επιδέξια, αποκρυπτογραφούμε τα ιερογλυφικά, γραμμένα στα πρόσωπα των άλλων. Η πόρτα συνεχίζει ν' ανοίγει. Η κάμαρα γεμίζει και ξαναγεμίζει με γνώση, οδύνη, πολλά είδη φιλοδοξίας, πολλή αδιαφορία, λίγη απελπισία."
Το βιβλίο αυτό της Βιρτζίνια Γουλφ "Τα κύματα", το διάβασα πριν από πολλά χρόνια και το ξαναδιαβάζω τώρα για δεύτερη φορά εντυπωσιασμένoς από την ποιητική γραφή, μα και από την εις βάθους διείσδυση μέσα στο ανθρώπινο σύμπαν. Έξι άνθρωποι...τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους...βλέπουν, παρατηρούν τον κόσμο, αντιλαμβάνονται, αισθάνονται, ζουν και μεγαλώνουν ζώντας. Οι σκέψεις του καθενός από τους πρωταγωνιστές ξεδιπλώνονται σε πρώτο πρόσωπο. Και είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που το κάνει η συγγραφέας.
Μια ζωή που περνά και χάνεται μέσα από έξι διαφορετικά ζευγάρια μάτια
Σίγουρα το βιβλίο αυτό δεν είναι από τα πιο εύκολα αναγνώσματα...προσωπικά όμως το βρίσκω αριστουργηματικό
"Πώς όμως να περιγράψω τον κόσμο που βλέπω έχοντας χάσει τον εαυτό μου; Δεν υπάρχουν λόγια... Καθώς κανείς κινείται ξαναγίνεται τυφλός και το 'να φύλλο επαναλαμβάνει το άλλο..."
Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010
Ο ζωγράφος...
Έρχεσαι… εισέρχεσαι σαν αχτίδα φωτός μέσα στις ρωγμές μου… μπαίνεις…… διαχέεσαι… απλώνεσαι… σκορπάς… γίνεσαι λιακάδα στο τοπίο της εσωτερικής μου μοναξιάς… Ποτέ δεν είμαι μόνη πια… είσαι παρουσία αόρατου αγγίγματος… είσαι αντανάκλαση σκέψης που μετουσιώνεται σε ρίγος, σε ζέστη πάνω στο κορμί… Δεν κλειδώνομαι πια μέσα σε τοίχους… με έμαθες να αναπνέω ελεύθερη πίσω από τις κλειστές πόρτες, μέσα στα σκοτεινά δωμάτια, κάτω από τον θολό ουρανό της καθημερινότητας…
Ο ήχος διέσχισε την πηχτή ατμόσφαιρα της ρύπανσης των αναλώσιμων σχέσεων… έγινε μουσική και μετά εσωτερική μελωδία… χάρη σε σένα … Έμαθα να σιγοτραγουδάω στιχάκια εφηβικής ερωτικής έκρηξης… μεγαλώνω μέσα στα χέρια σου κι όμως παραμένω κοριτσάκι…. δικό σου…
Καθρεφτίζομαι μέσα στα μάτια σου και βλέπω το χρόνο πίσω μου να κυλάει κι εγώ να μένω στάσιμη μέσα στο υγρό των ματιών σου φορώντας ένα χαμόγελο ευτυχίας, που ζηλεύουν οι μοίρες, γιατί δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν το κόκκινο μελάνι που το ζωγράφισε…
Οι μοίρες που γράφουν την ιστορία του κόσμου, την ιστορία του καθενός, δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν την κόκκινη απόχρωση που δημιούργησε το φιλί σου σε συνδυασμό με το κρασί που μεθάει τα χείλη σου… Αυτήν την απόχρωση που ζωγράφισε στο πρόσωπό μου ένα αδιόρατο, αλλά αισθητό χαμόγελο ευτυχίας… Την αξία και το νόημά του δεν το καταλαβαίνουν όλοι…… την παρουσία του όμως τη νιώθουν και οι πιο αδιάφοροι…
Τώρα μένει να ζωγραφίσεις τα μάτια μου. Εκεί μέσα στους οπτικούς μου λαβυρίνθους χάνεται η ζωή πίσω από αναμνήσεις… πίσω από οράματα… πίσω από εστιάσεις σε σημεία του χρόνου, που ίσως σε φέρουν σε μένα… Έχω μάθει να μη βεβιάζω τις καταστάσεις. Κυλάω με τα γεγονότα… Γίνομαι ποταμάκι που γλυκαίνει το χρόνο… Συμφιλιώνομαι μαζί του… Αντέχω να περνάει από πάνω μου όλος αυτός ο όγκος υδάτινου χρόνου που διαβρώνει το είναι μας…… κι όμως μένω ίδια… το κοριτσάκι που γνώρισες…… που χάθηκε μέσα στα μάτια σου, στο βαθύ σου ταξίδι, σε ένα πρώτο ταξίδι έξω από τα προβλεπόμενα…
Φέρε μου χρώματα…… ξαπλώνω … γίνομαι ο καμβάς σου… χάραξέ μου καμπύλες και αποτύπωσε τη σκέψη σου πάνω μου…να γίνω χάρτης του ερωτικού σου προσανατολισμού… να γίνω αποτύπωμά σου… ζωγράφισε με τα δάχτυλά σου…βούλιαξέ τα μέσα στα χρώματα και κάνε με πολύχρωμη…
Θα είσαι ο ζωγράφος… Θα είμαι ο καμβάς σου…… σου αφήνομαι……… Αν δεις να κρυώνω, ντύσε με … αν δεις ότι ζεσταίνομαι, ζωγράφισε πάνω μου θάλασσες δροσιάς… Αν δεις ότι σε νοσταλγώ και να εξαρτώμαι απόλυτα από σένα, ζωγράφισε πάνω μου το είδωλό σου… να γίνουμε ένα… Έστω μέσα από τα χρώματα… τις γραμμές… τα σχέδια…τις καμπύλες…τα σκίτσα…… τις ζωγραφιές…τις αποτυπώσεις… τα όνειρα…
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
Έρχεσαι… εισέρχεσαι σαν αχτίδα φωτός μέσα στις ρωγμές μου… μπαίνεις…… διαχέεσαι… απλώνεσαι… σκορπάς… γίνεσαι λιακάδα στο τοπίο της εσωτερικής μου μοναξιάς… Ποτέ δεν είμαι μόνη πια… είσαι παρουσία αόρατου αγγίγματος… είσαι αντανάκλαση σκέψης που μετουσιώνεται σε ρίγος, σε ζέστη πάνω στο κορμί… Δεν κλειδώνομαι πια μέσα σε τοίχους… με έμαθες να αναπνέω ελεύθερη πίσω από τις κλειστές πόρτες, μέσα στα σκοτεινά δωμάτια, κάτω από τον θολό ουρανό της καθημερινότητας…
Ο ήχος διέσχισε την πηχτή ατμόσφαιρα της ρύπανσης των αναλώσιμων σχέσεων… έγινε μουσική και μετά εσωτερική μελωδία… χάρη σε σένα … Έμαθα να σιγοτραγουδάω στιχάκια εφηβικής ερωτικής έκρηξης… μεγαλώνω μέσα στα χέρια σου κι όμως παραμένω κοριτσάκι…. δικό σου…
Καθρεφτίζομαι μέσα στα μάτια σου και βλέπω το χρόνο πίσω μου να κυλάει κι εγώ να μένω στάσιμη μέσα στο υγρό των ματιών σου φορώντας ένα χαμόγελο ευτυχίας, που ζηλεύουν οι μοίρες, γιατί δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν το κόκκινο μελάνι που το ζωγράφισε…
Οι μοίρες που γράφουν την ιστορία του κόσμου, την ιστορία του καθενός, δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν την κόκκινη απόχρωση που δημιούργησε το φιλί σου σε συνδυασμό με το κρασί που μεθάει τα χείλη σου… Αυτήν την απόχρωση που ζωγράφισε στο πρόσωπό μου ένα αδιόρατο, αλλά αισθητό χαμόγελο ευτυχίας… Την αξία και το νόημά του δεν το καταλαβαίνουν όλοι…… την παρουσία του όμως τη νιώθουν και οι πιο αδιάφοροι…
Τώρα μένει να ζωγραφίσεις τα μάτια μου. Εκεί μέσα στους οπτικούς μου λαβυρίνθους χάνεται η ζωή πίσω από αναμνήσεις… πίσω από οράματα… πίσω από εστιάσεις σε σημεία του χρόνου, που ίσως σε φέρουν σε μένα… Έχω μάθει να μη βεβιάζω τις καταστάσεις. Κυλάω με τα γεγονότα… Γίνομαι ποταμάκι που γλυκαίνει το χρόνο… Συμφιλιώνομαι μαζί του… Αντέχω να περνάει από πάνω μου όλος αυτός ο όγκος υδάτινου χρόνου που διαβρώνει το είναι μας…… κι όμως μένω ίδια… το κοριτσάκι που γνώρισες…… που χάθηκε μέσα στα μάτια σου, στο βαθύ σου ταξίδι, σε ένα πρώτο ταξίδι έξω από τα προβλεπόμενα…
Φέρε μου χρώματα…… ξαπλώνω … γίνομαι ο καμβάς σου… χάραξέ μου καμπύλες και αποτύπωσε τη σκέψη σου πάνω μου…να γίνω χάρτης του ερωτικού σου προσανατολισμού… να γίνω αποτύπωμά σου… ζωγράφισε με τα δάχτυλά σου…βούλιαξέ τα μέσα στα χρώματα και κάνε με πολύχρωμη…
Θα είσαι ο ζωγράφος… Θα είμαι ο καμβάς σου…… σου αφήνομαι……… Αν δεις να κρυώνω, ντύσε με … αν δεις ότι ζεσταίνομαι, ζωγράφισε πάνω μου θάλασσες δροσιάς… Αν δεις ότι σε νοσταλγώ και να εξαρτώμαι απόλυτα από σένα, ζωγράφισε πάνω μου το είδωλό σου… να γίνουμε ένα… Έστω μέσα από τα χρώματα… τις γραμμές… τα σχέδια…τις καμπύλες…τα σκίτσα…… τις ζωγραφιές…τις αποτυπώσεις… τα όνειρα…
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
The point of no return
Πονηρά κρυμμένη,
κάτω από τον ίσκιο της ασφαλούς πορείας,
να παραμονεύει αδυναμίες...
Εκπέμπει σήμα παρουσίας...
αμυδρό σήμα καπνού, που καίει το ανεπαίσθητο!...
Στην πρώτη σου υποψία, που ανταποκρίνεται, ψιθυρίζει:
"Μη μ'αγαπήσεις..."
Τα άγρια λουλούδια
ανοίγουν τη Νύχτα...
Ρουφάνε οξυγόνο Σεληνοτροπισμού...
σπρώχνουν τις ρίζες σε βραχώδη εδάφη Άστατων Ονείρων...
δε βολεύονται στη στατικότητα...
Αρμενίζουν τα πέταλα σε διαστημικές τροχιές..
σκορπάνε τη γύρη τους στο λασπωμένο χωματόδρομο
της απρόβλεπτης αλητείας!....
Έλκουν τη μαύρη βασίλισσα
ν'αντλήσει το μέλι απ' τον ευθυτενή στήμονα της εκτίναξης
και να ταΐσει τις νυχτερινές πεταλούδες,
που προσομοιώνουν τις γυναικείες ανθοφορίες!...
Το θρόισμα της ανάσας ανάμεσα στα πέταλα
ψιθύρισε ξανά:
"Μη μ'αγαπήσεις..."
μα... ο Ταξιδιώτης ρακένδυτος τον κίνδυνο
άπλωσε το χέρι να κόψει το λουλούδι!...
Έκλειψη....
Αιφνίδιος εκτροχιασμός....
έκκριση δηλητηρίου...
Πυχτό σκοτάδι...
Τυφλή ταχύτητα...
Φιλί θανατου....
Το απαγορευμένο...
η δοκιμή του...
The point of no return...
κι ο Ταξιδιώτης ποτέ πια ο ίδιος...
ποτέ πια τόσο αθώος, όσο πριν...
ποτέ πια τόσο ερωτευμένος, όσο τώρα...
ποτέ πια τόσο Αθάνατος, όσο παντα....
Πονηρά κρυμμένη,
κάτω από τον ίσκιο της ασφαλούς πορείας,
να παραμονεύει αδυναμίες...
Εκπέμπει σήμα παρουσίας...
αμυδρό σήμα καπνού, που καίει το ανεπαίσθητο!...
Στην πρώτη σου υποψία, που ανταποκρίνεται, ψιθυρίζει:
"Μη μ'αγαπήσεις..."
Τα άγρια λουλούδια
ανοίγουν τη Νύχτα...
Ρουφάνε οξυγόνο Σεληνοτροπισμού...
σπρώχνουν τις ρίζες σε βραχώδη εδάφη Άστατων Ονείρων...
δε βολεύονται στη στατικότητα...
Αρμενίζουν τα πέταλα σε διαστημικές τροχιές..
σκορπάνε τη γύρη τους στο λασπωμένο χωματόδρομο
της απρόβλεπτης αλητείας!....
Έλκουν τη μαύρη βασίλισσα
ν'αντλήσει το μέλι απ' τον ευθυτενή στήμονα της εκτίναξης
και να ταΐσει τις νυχτερινές πεταλούδες,
που προσομοιώνουν τις γυναικείες ανθοφορίες!...
Το θρόισμα της ανάσας ανάμεσα στα πέταλα
ψιθύρισε ξανά:
"Μη μ'αγαπήσεις..."
μα... ο Ταξιδιώτης ρακένδυτος τον κίνδυνο
άπλωσε το χέρι να κόψει το λουλούδι!...
Έκλειψη....
Αιφνίδιος εκτροχιασμός....
έκκριση δηλητηρίου...
Πυχτό σκοτάδι...
Τυφλή ταχύτητα...
Φιλί θανατου....
Το απαγορευμένο...
η δοκιμή του...
The point of no return...
κι ο Ταξιδιώτης ποτέ πια ο ίδιος...
ποτέ πια τόσο αθώος, όσο πριν...
ποτέ πια τόσο ερωτευμένος, όσο τώρα...
ποτέ πια τόσο Αθάνατος, όσο παντα....
Ετεροχρονισμός...
Ένας ετεροχρονισμός
στων ματιών της την εστίαση
αντλεί την Αλήθεια του Χθες
απ’ το βάθος του κάδρου…
κι εκείνη…
λευκή, καταμεσής μιας σιωπηλής πολυχρωμίας
να κρύβει μέσα της το κόκκινο μιας πληγής
και να αντέχει να ταξιδεύει
με χέρια δεμένα
κι Όνειρα ξεκλείδωτα,
πίσω από τις αμπαρόπορτες του Χρόνου…
Γίνεται πεπραγμένο…
χωράει στο κύμα μιας καθυστέρησης,
κάτω από ένα σύννεφο αναμονής,
μπροστά σ’ ένα ηλιοβασίλεμα εγρήγορσης…
Γίνεται σφυγμός στο χέρι σου
και μετράει τον προσωπικό σου χρόνο…
Όλη της η Ύπαρξη
αγεφύρωτη παύση
ανάμεσα στο δικό της Χθες
και στο δικό σου Αύριο…
κι όμως …
μετέωρη και ψεύτικη
μέσα σου ρέει σαν σταγόνα
και υπάρχει ακόμη
μέσα στις λέξεις και στις εικονες,
που ετεροχρονισμένα
σου δημιουργούν σκέψεις
προσκείμενες σε κείνη…
Ένας ετεροχρονισμός
στων ματιών της την εστίαση
αντλεί την Αλήθεια του Χθες
απ’ το βάθος του κάδρου…
κι εκείνη…
λευκή, καταμεσής μιας σιωπηλής πολυχρωμίας
να κρύβει μέσα της το κόκκινο μιας πληγής
και να αντέχει να ταξιδεύει
με χέρια δεμένα
κι Όνειρα ξεκλείδωτα,
πίσω από τις αμπαρόπορτες του Χρόνου…
Γίνεται πεπραγμένο…
χωράει στο κύμα μιας καθυστέρησης,
κάτω από ένα σύννεφο αναμονής,
μπροστά σ’ ένα ηλιοβασίλεμα εγρήγορσης…
Γίνεται σφυγμός στο χέρι σου
και μετράει τον προσωπικό σου χρόνο…
Όλη της η Ύπαρξη
αγεφύρωτη παύση
ανάμεσα στο δικό της Χθες
και στο δικό σου Αύριο…
κι όμως …
μετέωρη και ψεύτικη
μέσα σου ρέει σαν σταγόνα
και υπάρχει ακόμη
μέσα στις λέξεις και στις εικονες,
που ετεροχρονισμένα
σου δημιουργούν σκέψεις
προσκείμενες σε κείνη…
Οπτασία...
Στάθηκε μπροστά στον Ήλιο μου...
"Μη μου στερείς αυτό που δεν μπορείς να μου προσφέρεις" της είπα..
Γύρισε αέρινη και με κοίταξε...
Ένας ηλιος μέσα στα μάτια της!
Τυφλός από οράματα, ειδα το φως..
Μία Οπτασία..
Στα μαλλιά της μπλεγμένες ιδρωμένες φλόγες εμπρηστικής εντύπωσης,
να πυρώνουν τον άνεμο
και να φτάνει σε μένα λίβας ερωτικού αναστεναγμού...
Πριν ανασάνω ένα "αχ" ονειροπόλησης
έσβησε το περίγραμμά της,
μέσα στη σκόνη που σήκωσε ο εσωτερικός μου καλπασμός..
Έφυγε, όπως φεύγουν οι Γυναίκες των ποιημάτων..
δίχως ίχνη στο χώμα...
αφήνοντας ίχνη στην καρδιά μου...
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
Στάθηκε μπροστά στον Ήλιο μου...
"Μη μου στερείς αυτό που δεν μπορείς να μου προσφέρεις" της είπα..
Γύρισε αέρινη και με κοίταξε...
Ένας ηλιος μέσα στα μάτια της!
Τυφλός από οράματα, ειδα το φως..
Μία Οπτασία..
Στα μαλλιά της μπλεγμένες ιδρωμένες φλόγες εμπρηστικής εντύπωσης,
να πυρώνουν τον άνεμο
και να φτάνει σε μένα λίβας ερωτικού αναστεναγμού...
Πριν ανασάνω ένα "αχ" ονειροπόλησης
έσβησε το περίγραμμά της,
μέσα στη σκόνη που σήκωσε ο εσωτερικός μου καλπασμός..
Έφυγε, όπως φεύγουν οι Γυναίκες των ποιημάτων..
δίχως ίχνη στο χώμα...
αφήνοντας ίχνη στην καρδιά μου...
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010
Ελληνικό αλφάβητο.
Αρχαίες παραδόσεις για την προέλευση του αλφαβήτου.
Ο αρχαίοι Έλληνες είχαν διάφορους μύθους για το ποιος δημιούργησε το πρώτο αλφάβητο: Η Αθηνά, ο Προμηθέας, ο Ορφέας, οι Μούσες, ο Κέκροπας, ο Σίσυφος, ο Φοίνιξ και η κόρη του Ακταίωνα. Πηγαίνοντας πίσω στη γραπτή παράδοση, βρίσκουμε διάφορες αναφορές περί του πως πίστευαν οι αρχαίοι ότι εξελίχθηκε το αλφάβητο. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο Πλίνιο, ο Επιγένης υποστήριζε ότι η γραφή ήταν γνωστή στους Ασσύριους 720.000 χρόνια πριν από την εποχή του.Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οι Αιγύπτιοι δέχτηκαν τη γραφή ως δώρο του θεού Θωθ (αντίστοιχος του ελληνικού Ερμή), ο οποίος δημιούργησε τα γράμματα του αλφαβήτου. Ο Αντικλείδης ισχυριζόταν επίσης την ανακάλυψη του αλφάβητου από τους Αιγύπτιους, και συγκεκριμένα από κάποιον ονόματι Μένων που έδρασε δεκαπέντε χρόνια πριν του Φορωνέα, γιου του Ίναχου. Ο Θεόκριτος λέει ότι τα γράμματα τα δίδαξε στους γεροντότερους ο Λίνος, ενώ ο Διόδωρος και ο Ηρόδοτος λένε ότι τα γράμματα τα έφερε από την Φοινίκη ο Κάδμος.Άλλοι πάλι λένε ότι, σύμφωνα με τον Πυθόδωρο, ο Δαναός έφερε τα γράμματα πριν από τον Κάδμο, από τη Φοινίκη. Άλλοι λένε ότι ο Κάδμος από τη Μίλητο ανακάλυψε το ελληνικό αλφάβητο, ενώ μερικοί λένε ότι αυτός ανακάλυψε μόνον τα γράμματα Θ, Φ και Χ.Οι τρεις Μοίρες δημιούργησαν τα γράμματα Α, Β, Η, Τ, Ι και Υ. Ο Σιμωνίδης λένε ότι πρόσθεσε τα γράμματα Ζ, Ξ, Θ, Φ, Χ, Ε, Ο, Υ, Η και Ω στο ελληνικό αλφάβητο. Ο Επίχαρμος λένε ανακάλυψε τα γράμματα Π, Ζ, Ξ, Ψ, Θ, Φ και Χ. Άλλοι μύθοι λένε ότι τα γράμματα «έπεσαν» από τον ουρανό στην «πόλη του Φοίνικα» κοντά στην Έφεσο,ενώ ο Δοσιάδης ισχυρίζεται ότι τα ανακάλυψαν οι κάτοικοι της αρχαίας Κρήτης. Μερικοί αρχαίοι σχολιαστές λένε ότι η γραφή ήταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες από την εποχή του Βελλεροφόντη, ίσως και ενωρίτερα, αφού αυτός μετέφερε μια επιστολή του Πρωτέα στον βασιλιά της Λυδίας. Άλλοι λένε πάλι, ότι την εποχή του Ομήρου η γραφή στην αρχαία Ελλάδα ήταν ακόμη άγνωστη.
Σύγχρονες θεωρίες.
Για το πότε ακριβώς, σε ποιο μέρος και με ποιον τρόπο δημιουργήθηκε το ελληνικό αλφάβητο υπήρξαν λοιπόν πολλές απόψεις. Θεωρείται όμως αναμφισβήτητο πως πρότυπό του ήταν κάποια πρώιμη σημιτική γραφή, ενώ την ακριβή προέλευσή του άλλοι την αποδίδουν στο φοινικικό αλφάβητο και άλλοι βλέπουν και επίδραση της πρωτο-χανανιτικής γραφής. Η επικρατέστερη πάντως ερμηνεία θεωρεί πως πρότυπο υπήρξε το φοινικικό αλφάβητο, το οποίο πρέπει να γνώρισαν οι Έλληνες καθώς ταξίδευαν στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα στην ανατολική Μεσόγειο.
Κυριότερα επιβεβαιωτικά στοιχεία αυτής της άποψης είναι ότι τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου διατήρησαν τα φοινικικά τους ονόματα, αν και τα ονόματα αυτά δεν σήμαιναν τίποτα στα ελληνικά. Αντιθέτως, στα φοινικικά κάθε γράμμα ήταν ονομασμένο κατά μια λέξη που ξεκινούσε με αυτό (aleph=βόδι, beth=σπίτι, gimel=καμήλα κ.λπ.). Γι' αυτό το λόγο και τα ονόματα των γραμμάτων παρέμειναν άκλιτα στα ελληνικά.
Το 1952, ο ιστορικός Ignace Gelb υποστήριξε ότι το αρχαιοελληνικό αλφάβητο χρησιμοποιεί μεν φοινικικούς χαρακτήρες αλλά είναι το πρώτο πραγματικό αλφάβητο (δηλ. γράμμα=φθόγγος) ενώ το φοινικικό και τα άλλα σημιτικά αλφάβητα που προηγήθηκαν είναι συλλαβάρια (στα συλλαβάρια, κάθε χαρακτήρας αντιπροσωπεύει συγκεκριμένο συνδυασμό συμφώνου-φωνήεντος, δηλαδή συλλαβή). Η θέση αυτή στηρίχτηκε στην απουσία φωνηέντων, πλην ειδικών περιπτώσεων, στα σημιτικά αλφάβητα. Η άποψη αυτή έχει δεχτεί έντονη κριτική τα τελευταία χρόνια, ως μη λαμβάνουσα υπόψη την ιδιαιτερότητα των συμφώνων στις σημιτικές γλώσσες, μαζί με άλλα επιχειρήματα.Εκτός αυτού, πέντε αιώνες πριν το ελληνικό αλφάβητο, τρία μακρά και βραχέα φωνήεντα, τα /a, /i, /u υπήρχαν ήδη στο σημιτικό αλφάβητο της Ουγκαρίτ, πράγμα που δείχνει ότι οι Έλληνες απλά βελτίωσαν σημαντικά μια ήδη υπάρχουσα ιδέα.
Μέσα στον 7ο π.Χ. αι. όλες οι ελληνικές πόλεις-κράτη είχαν ήδη διαμορφώσει και χρησιμοποιούσαν η καθεμιά το δικό της αλφάβητο με κατά τόπους ιδιομορφίες.
Το ελληνικό αλφάβητο έγινε η βάση για τη δημιουργία του λατινικού αλφαβήτου. Πράγματι, το λατινικό αλφάβητο προέρχεται κυρίως από το ετρουσκικό αλφάβητο το οποίο με τη σειρά του, και σύμφωνα με την επικρατέστερη σήμερα άποψη, βασίστηκε στο ελληνικό.
Η εξέλιξη του αλφάβητου.
Οι αλεξανδρινοί γραμματικοί κατέτασσαν δεκαέξι γράμματα στο πρώτο ελληνικό αλφάβητο: το Α, το Β, το Γ, το Δ, το Ε, το Ι, το Κ, το Λ, το Μ, το Ν, το Ο, το Π, το Ρ, το Σ, το Τ και το Υ. Αργότερα ακολούθησαν τα Θ, Φ και Χ. Με την πρόσθεση των γραμμάτων Ζ, Ξ, Ψ, Η και Ω γεννήθηκε το ιωνικό αλφάβητο. Στις αρχαίες Ελληνικές επιγραφές συναντάμε τρεις παραλλαγές του αλφάβητου: το Αιολικό ή Δωρικό, το Αττικό και το Ιωνικό.
Το αιολικό και το δωρικό αλφάβητο το συναντάμε σε επιγραφές της Θήρας, της Μήλου, στην Πελοπόννησο, στην Βοιωτία και στην Μεγάλη Ελλάδα, στην Σικελία και στην Νότια Ιταλία. Το αττικό αλφάβητο (τα Αττικά γράμματα) το συναντούμε στις επιγραφές της Αττικής πριν την εποχή του Ευκλείδη (402 π.Χ.). Το ιωνικό αλφάβητο το συναντάμε σε επιγραφές στο Ιώνιο πέλαγος και στην Μικρά Ασία.
Αιολικό ή Δωρικό Αττικό Ιωνικό
Α Α Α
Β Β Β
Γ Γ Γ
Δ Δ Δ
Ε Ε Ε
F - -
Ζ Ζ Ζ
Η Η Η
Θ Θ Θ
Ι Ι Ι
Κ Κ Κ
Λ Λ Λ
Μ Μ Μ
Ν Ν Ν
ΚΣ, ΧS, Ξ ΧΣ, ΧS Ξ
Ο Ο Ο
Π Π Π
Q - -
Ρ Ρ Ρ
S, Μ, Σ Σ, S Σ
Τ Τ Τ
Υ Υ Υ
ΠΗ, Φ Φ Φ
ΚΗ, Χ Χ Χ
ΠΣ, Ψ ΦΣ, ΦS Ψ
Ο Ο Ω
Πηγή: Βικιπαιδεια
Αρχαίες παραδόσεις για την προέλευση του αλφαβήτου.
Ο αρχαίοι Έλληνες είχαν διάφορους μύθους για το ποιος δημιούργησε το πρώτο αλφάβητο: Η Αθηνά, ο Προμηθέας, ο Ορφέας, οι Μούσες, ο Κέκροπας, ο Σίσυφος, ο Φοίνιξ και η κόρη του Ακταίωνα. Πηγαίνοντας πίσω στη γραπτή παράδοση, βρίσκουμε διάφορες αναφορές περί του πως πίστευαν οι αρχαίοι ότι εξελίχθηκε το αλφάβητο. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο Πλίνιο, ο Επιγένης υποστήριζε ότι η γραφή ήταν γνωστή στους Ασσύριους 720.000 χρόνια πριν από την εποχή του.Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οι Αιγύπτιοι δέχτηκαν τη γραφή ως δώρο του θεού Θωθ (αντίστοιχος του ελληνικού Ερμή), ο οποίος δημιούργησε τα γράμματα του αλφαβήτου. Ο Αντικλείδης ισχυριζόταν επίσης την ανακάλυψη του αλφάβητου από τους Αιγύπτιους, και συγκεκριμένα από κάποιον ονόματι Μένων που έδρασε δεκαπέντε χρόνια πριν του Φορωνέα, γιου του Ίναχου. Ο Θεόκριτος λέει ότι τα γράμματα τα δίδαξε στους γεροντότερους ο Λίνος, ενώ ο Διόδωρος και ο Ηρόδοτος λένε ότι τα γράμματα τα έφερε από την Φοινίκη ο Κάδμος.Άλλοι πάλι λένε ότι, σύμφωνα με τον Πυθόδωρο, ο Δαναός έφερε τα γράμματα πριν από τον Κάδμο, από τη Φοινίκη. Άλλοι λένε ότι ο Κάδμος από τη Μίλητο ανακάλυψε το ελληνικό αλφάβητο, ενώ μερικοί λένε ότι αυτός ανακάλυψε μόνον τα γράμματα Θ, Φ και Χ.Οι τρεις Μοίρες δημιούργησαν τα γράμματα Α, Β, Η, Τ, Ι και Υ. Ο Σιμωνίδης λένε ότι πρόσθεσε τα γράμματα Ζ, Ξ, Θ, Φ, Χ, Ε, Ο, Υ, Η και Ω στο ελληνικό αλφάβητο. Ο Επίχαρμος λένε ανακάλυψε τα γράμματα Π, Ζ, Ξ, Ψ, Θ, Φ και Χ. Άλλοι μύθοι λένε ότι τα γράμματα «έπεσαν» από τον ουρανό στην «πόλη του Φοίνικα» κοντά στην Έφεσο,ενώ ο Δοσιάδης ισχυρίζεται ότι τα ανακάλυψαν οι κάτοικοι της αρχαίας Κρήτης. Μερικοί αρχαίοι σχολιαστές λένε ότι η γραφή ήταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες από την εποχή του Βελλεροφόντη, ίσως και ενωρίτερα, αφού αυτός μετέφερε μια επιστολή του Πρωτέα στον βασιλιά της Λυδίας. Άλλοι λένε πάλι, ότι την εποχή του Ομήρου η γραφή στην αρχαία Ελλάδα ήταν ακόμη άγνωστη.
Σύγχρονες θεωρίες.
Για το πότε ακριβώς, σε ποιο μέρος και με ποιον τρόπο δημιουργήθηκε το ελληνικό αλφάβητο υπήρξαν λοιπόν πολλές απόψεις. Θεωρείται όμως αναμφισβήτητο πως πρότυπό του ήταν κάποια πρώιμη σημιτική γραφή, ενώ την ακριβή προέλευσή του άλλοι την αποδίδουν στο φοινικικό αλφάβητο και άλλοι βλέπουν και επίδραση της πρωτο-χανανιτικής γραφής. Η επικρατέστερη πάντως ερμηνεία θεωρεί πως πρότυπο υπήρξε το φοινικικό αλφάβητο, το οποίο πρέπει να γνώρισαν οι Έλληνες καθώς ταξίδευαν στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα στην ανατολική Μεσόγειο.
Κυριότερα επιβεβαιωτικά στοιχεία αυτής της άποψης είναι ότι τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου διατήρησαν τα φοινικικά τους ονόματα, αν και τα ονόματα αυτά δεν σήμαιναν τίποτα στα ελληνικά. Αντιθέτως, στα φοινικικά κάθε γράμμα ήταν ονομασμένο κατά μια λέξη που ξεκινούσε με αυτό (aleph=βόδι, beth=σπίτι, gimel=καμήλα κ.λπ.). Γι' αυτό το λόγο και τα ονόματα των γραμμάτων παρέμειναν άκλιτα στα ελληνικά.
Το 1952, ο ιστορικός Ignace Gelb υποστήριξε ότι το αρχαιοελληνικό αλφάβητο χρησιμοποιεί μεν φοινικικούς χαρακτήρες αλλά είναι το πρώτο πραγματικό αλφάβητο (δηλ. γράμμα=φθόγγος) ενώ το φοινικικό και τα άλλα σημιτικά αλφάβητα που προηγήθηκαν είναι συλλαβάρια (στα συλλαβάρια, κάθε χαρακτήρας αντιπροσωπεύει συγκεκριμένο συνδυασμό συμφώνου-φωνήεντος, δηλαδή συλλαβή). Η θέση αυτή στηρίχτηκε στην απουσία φωνηέντων, πλην ειδικών περιπτώσεων, στα σημιτικά αλφάβητα. Η άποψη αυτή έχει δεχτεί έντονη κριτική τα τελευταία χρόνια, ως μη λαμβάνουσα υπόψη την ιδιαιτερότητα των συμφώνων στις σημιτικές γλώσσες, μαζί με άλλα επιχειρήματα.Εκτός αυτού, πέντε αιώνες πριν το ελληνικό αλφάβητο, τρία μακρά και βραχέα φωνήεντα, τα /a, /i, /u υπήρχαν ήδη στο σημιτικό αλφάβητο της Ουγκαρίτ, πράγμα που δείχνει ότι οι Έλληνες απλά βελτίωσαν σημαντικά μια ήδη υπάρχουσα ιδέα.
Μέσα στον 7ο π.Χ. αι. όλες οι ελληνικές πόλεις-κράτη είχαν ήδη διαμορφώσει και χρησιμοποιούσαν η καθεμιά το δικό της αλφάβητο με κατά τόπους ιδιομορφίες.
Το ελληνικό αλφάβητο έγινε η βάση για τη δημιουργία του λατινικού αλφαβήτου. Πράγματι, το λατινικό αλφάβητο προέρχεται κυρίως από το ετρουσκικό αλφάβητο το οποίο με τη σειρά του, και σύμφωνα με την επικρατέστερη σήμερα άποψη, βασίστηκε στο ελληνικό.
Η εξέλιξη του αλφάβητου.
Οι αλεξανδρινοί γραμματικοί κατέτασσαν δεκαέξι γράμματα στο πρώτο ελληνικό αλφάβητο: το Α, το Β, το Γ, το Δ, το Ε, το Ι, το Κ, το Λ, το Μ, το Ν, το Ο, το Π, το Ρ, το Σ, το Τ και το Υ. Αργότερα ακολούθησαν τα Θ, Φ και Χ. Με την πρόσθεση των γραμμάτων Ζ, Ξ, Ψ, Η και Ω γεννήθηκε το ιωνικό αλφάβητο. Στις αρχαίες Ελληνικές επιγραφές συναντάμε τρεις παραλλαγές του αλφάβητου: το Αιολικό ή Δωρικό, το Αττικό και το Ιωνικό.
Το αιολικό και το δωρικό αλφάβητο το συναντάμε σε επιγραφές της Θήρας, της Μήλου, στην Πελοπόννησο, στην Βοιωτία και στην Μεγάλη Ελλάδα, στην Σικελία και στην Νότια Ιταλία. Το αττικό αλφάβητο (τα Αττικά γράμματα) το συναντούμε στις επιγραφές της Αττικής πριν την εποχή του Ευκλείδη (402 π.Χ.). Το ιωνικό αλφάβητο το συναντάμε σε επιγραφές στο Ιώνιο πέλαγος και στην Μικρά Ασία.
Αιολικό ή Δωρικό Αττικό Ιωνικό
Α Α Α
Β Β Β
Γ Γ Γ
Δ Δ Δ
Ε Ε Ε
F - -
Ζ Ζ Ζ
Η Η Η
Θ Θ Θ
Ι Ι Ι
Κ Κ Κ
Λ Λ Λ
Μ Μ Μ
Ν Ν Ν
ΚΣ, ΧS, Ξ ΧΣ, ΧS Ξ
Ο Ο Ο
Π Π Π
Q - -
Ρ Ρ Ρ
S, Μ, Σ Σ, S Σ
Τ Τ Τ
Υ Υ Υ
ΠΗ, Φ Φ Φ
ΚΗ, Χ Χ Χ
ΠΣ, Ψ ΦΣ, ΦS Ψ
Ο Ο Ω
Πηγή: Βικιπαιδεια
Μορφή...
Διόρθωσε το βλέμμα της
κι ύστερα τη φούστα που είχε ανεβεί ψηλά...
Μάζεψε μέσα της
όσα σκόρπισε άδοξα στους πέντε ανέμους..
Τώρα όσος Εαυτός έμεινε
αξίζει μία ιεροτελεστία εσωστρέφειας....
Άνοιξε το πορτοφόλι της...
θύμιζε τσαντάκι χειρός,
με ασημί φερμουάρ σαν σιδηρόδρομο αναμνήσεων...
Τράβηξε τη μεταλλική λαβή
και άδειασε το περιεχόμενο της Ψυχής της στο τραπέζι...
Μέτρησε πολύτιμες ακατέργαστες αλητείες...
Υποσχέσεις που έπλασαν μύθους εξωπραγματικής αφοσίωσης..
Επαναστάσεις, που μύριζαν πόλεμο...
Το σπαθί είχε λαξευτεί ανομοιόμορφα
απ' την πυγμή των χτυπημάτων
στο βράχο του κορμιού της και της σκέψης της...
Το έγλυψε...
Στο στόμα ανακατεμένες οι γεύσεις...
Β52... γλυκό μεθύσι...
Αίμα στο ξίφος... νίκη, πικρή... γιατί της έκλεψε Εαυτό...
και μία αλήθεια απροσδιόριστης γεύσης ... πολεμικής αφής...
να κολλά στον ουρανίσκο..
Με λίγες σταγονες που κύλησαν στο τραπέζι
χάραξε ένα μισοφέγγαρο εκπληρώσεων που ακόμη δεν ήρθαν...
και στο βάθος της αντανάκλασης διέκρινε εκείνη τη Μορφή...
Αντρικό Περίγραμμα....
H Μορφη που κατευθύνει τη Ζωή της...
Εξουσιαστικά και αθόρυβα..
από απόσταση παρατηρητή...
Ίσως ο Φύλακας Άγγελος...
Ίσως ο ίδιος ο Θεός...
Ίσως ο Ζητιάνος που έγινε Κλέφτης Ονείρων..
και πάντα ντυνόταν το ρούχο της δικής της Ανάγκης...
με το φιλί της Ζωής έτοιμο να της το χαρίσει
όταν η θηλιά στο λαιμό σφίξει αφόρητα ...
Διόρθωσε το βλέμμα της
κι ύστερα τη φούστα που είχε ανεβεί ψηλά...
Μάζεψε μέσα της
όσα σκόρπισε άδοξα στους πέντε ανέμους..
Τώρα όσος Εαυτός έμεινε
αξίζει μία ιεροτελεστία εσωστρέφειας....
Άνοιξε το πορτοφόλι της...
θύμιζε τσαντάκι χειρός,
με ασημί φερμουάρ σαν σιδηρόδρομο αναμνήσεων...
Τράβηξε τη μεταλλική λαβή
και άδειασε το περιεχόμενο της Ψυχής της στο τραπέζι...
Μέτρησε πολύτιμες ακατέργαστες αλητείες...
Υποσχέσεις που έπλασαν μύθους εξωπραγματικής αφοσίωσης..
Επαναστάσεις, που μύριζαν πόλεμο...
Το σπαθί είχε λαξευτεί ανομοιόμορφα
απ' την πυγμή των χτυπημάτων
στο βράχο του κορμιού της και της σκέψης της...
Το έγλυψε...
Στο στόμα ανακατεμένες οι γεύσεις...
Β52... γλυκό μεθύσι...
Αίμα στο ξίφος... νίκη, πικρή... γιατί της έκλεψε Εαυτό...
και μία αλήθεια απροσδιόριστης γεύσης ... πολεμικής αφής...
να κολλά στον ουρανίσκο..
Με λίγες σταγονες που κύλησαν στο τραπέζι
χάραξε ένα μισοφέγγαρο εκπληρώσεων που ακόμη δεν ήρθαν...
και στο βάθος της αντανάκλασης διέκρινε εκείνη τη Μορφή...
Αντρικό Περίγραμμα....
H Μορφη που κατευθύνει τη Ζωή της...
Εξουσιαστικά και αθόρυβα..
από απόσταση παρατηρητή...
Ίσως ο Φύλακας Άγγελος...
Ίσως ο ίδιος ο Θεός...
Ίσως ο Ζητιάνος που έγινε Κλέφτης Ονείρων..
και πάντα ντυνόταν το ρούχο της δικής της Ανάγκης...
με το φιλί της Ζωής έτοιμο να της το χαρίσει
όταν η θηλιά στο λαιμό σφίξει αφόρητα ...
Γεύση και Άρωμα
Άφησα την πρώτη συλλαβή
ατελή… τρεμάμενη… διχασμένη
μέσα στην παλάμη σου…
Άνθισε ποίημα...
Με πήρες κοριτσάκι ποιητικής παράδοσης
και με σεργιάνησες
σε ουτοπίες δύσκολης προσέγγισης…
σ’ ένα σουρεαλισμό ερωτικού απροσδιόριστου…
Πήρες τις συλλαβές της σκέψης μου…
μου χάρισες το κλειδί της Συγγραφικής Ιδέας…
Ξεκλείδωσα τις Πύλες του Νοήματος…
Μπήκα φορώντας το υγροποιημένο φιλί…
με δέχτηκαν πλάσματα παράξενης μορφής,
χαμαιλεοντικά προσαρμοσμένα στη σκέψη…
κι όμως με σταθερή αύρα, γεύση και οσμή…
Αναδύθηκαν κρυστάλλινα με ήχο ευθύ
μέσα από τον πρώτο στίχο του χορού της πέννας…
Ήσουν ο γλύπτης…
με λεκτικές αξίνες δημιούργησες ρωγμές
και στάλαξες τ’ όνομά μου
σαν νοηματική γέφυρα ανάμεσα στα οξύμωρα και αντιφατικά…
Μου απέδωσες ρόλο:
Διασταλτικό υλικό νοηματικών συνδέσεων…
Δεν ήμουν ορατή.
είχα μόνο Γεύση Και Άρωμα…
Κάθε που έγραφες, σιωπηλός
και γυρτός στο γραφείο τριανταφυλλιάς,
έγλυφες τα χείλη σου…
εκεί είχε στεγνώσει η πρώτη μου σταγόνα ρίμας…
Οσφρυζόσουν την Άνοιξη του χώρου…
εκείνη της αειφόρας έμπνευσης…
Το ρολόι τοίχου νεκρό…
πλημμυρισμένο εσωτερικά
με θάλασσες ανούσιων στιγμών…
Αυτοκτονία χρονικής ανίας…
Τώρα η αιωνιότητα σου ανήκει…
Δεν σε κατατρέχει τίποτε…
μόνο η Γεύση και η Οσμή του Κόσμου…
Γιατί το Αληθινό έχει Γεύση και Άρωμα…
δε χωρά σε μια μόνο εικόνα,
ούτε σε μιμήσεις Ιδεατής Ζωής…
Θέλει αλμύρα, γλύκα, πίκρα, στυφό Γιατί, μεστό μεθύσι…
Θέλει γιασεμί, τριανταφυλλιά, βανίλια, άγρια φράουλα…
Μη μου φωτογραφίζεις άδεια χρώματα…
Περιέγραψέ μου τη γεύση και την οσμή του Κόσμου…
Διψάω και πεινάω…
Το βλέμμα μου χόρτασε…
τώρα εστίασε στις άλλες αισθήσεις μου…
Ποιητής τυφλός..
Ποίημα αόρατο, δίχως χρώμα..
μόνο με Γεύση και Άρωμα…
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
Άφησα την πρώτη συλλαβή
ατελή… τρεμάμενη… διχασμένη
μέσα στην παλάμη σου…
Άνθισε ποίημα...
Με πήρες κοριτσάκι ποιητικής παράδοσης
και με σεργιάνησες
σε ουτοπίες δύσκολης προσέγγισης…
σ’ ένα σουρεαλισμό ερωτικού απροσδιόριστου…
Πήρες τις συλλαβές της σκέψης μου…
μου χάρισες το κλειδί της Συγγραφικής Ιδέας…
Ξεκλείδωσα τις Πύλες του Νοήματος…
Μπήκα φορώντας το υγροποιημένο φιλί…
με δέχτηκαν πλάσματα παράξενης μορφής,
χαμαιλεοντικά προσαρμοσμένα στη σκέψη…
κι όμως με σταθερή αύρα, γεύση και οσμή…
Αναδύθηκαν κρυστάλλινα με ήχο ευθύ
μέσα από τον πρώτο στίχο του χορού της πέννας…
Ήσουν ο γλύπτης…
με λεκτικές αξίνες δημιούργησες ρωγμές
και στάλαξες τ’ όνομά μου
σαν νοηματική γέφυρα ανάμεσα στα οξύμωρα και αντιφατικά…
Μου απέδωσες ρόλο:
Διασταλτικό υλικό νοηματικών συνδέσεων…
Δεν ήμουν ορατή.
είχα μόνο Γεύση Και Άρωμα…
Κάθε που έγραφες, σιωπηλός
και γυρτός στο γραφείο τριανταφυλλιάς,
έγλυφες τα χείλη σου…
εκεί είχε στεγνώσει η πρώτη μου σταγόνα ρίμας…
Οσφρυζόσουν την Άνοιξη του χώρου…
εκείνη της αειφόρας έμπνευσης…
Το ρολόι τοίχου νεκρό…
πλημμυρισμένο εσωτερικά
με θάλασσες ανούσιων στιγμών…
Αυτοκτονία χρονικής ανίας…
Τώρα η αιωνιότητα σου ανήκει…
Δεν σε κατατρέχει τίποτε…
μόνο η Γεύση και η Οσμή του Κόσμου…
Γιατί το Αληθινό έχει Γεύση και Άρωμα…
δε χωρά σε μια μόνο εικόνα,
ούτε σε μιμήσεις Ιδεατής Ζωής…
Θέλει αλμύρα, γλύκα, πίκρα, στυφό Γιατί, μεστό μεθύσι…
Θέλει γιασεμί, τριανταφυλλιά, βανίλια, άγρια φράουλα…
Μη μου φωτογραφίζεις άδεια χρώματα…
Περιέγραψέ μου τη γεύση και την οσμή του Κόσμου…
Διψάω και πεινάω…
Το βλέμμα μου χόρτασε…
τώρα εστίασε στις άλλες αισθήσεις μου…
Ποιητής τυφλός..
Ποίημα αόρατο, δίχως χρώμα..
μόνο με Γεύση και Άρωμα…
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
Βαρκούλα Διαφυγής...
Ξεσήκωσέ με να φύγουμε…
Πάρε με από αυτό το τοπίο
της άγριας απομάκρυνσης από την εκλογίκευση…
Λίγο ακόμη και θα σκεπαστώ
από σωρούς καμένα ξύλα..
Η φωτιά του παραλόγου
καίει άυλα αντικείμενα της σκέψης…
Μέσα μου, το αδέσμευτο τοπίο διογκώνεται
και κρύβει τόνους κομμένες από τη ρίζα ελπίδες,
σπασμένα κλαδιά αισιοδοξίας…
Όλα τώρα παραδόθηκαν
σε μία αυτόνομη φλόγα νοερής καταστροφής…
Φοβάμαι τα όνειρα
που δείχνουν πως πεθαίνω…
Έστω και νοερά ν’ αγγίξω το κρύο κορμί της βεβιασμένης αυτοκτονίας
νιώθω όλη την πραγματικότητα
να διαβρώνεται από φοβίες αυθαίρετης και ανυποχώρητης παραλογίας…
Όγκοι υδάτινων φόβων με σκεπάζουν
και ένα κύμα ασύλληπτης προτροπής
με ωθεί να πέσω στο κενό,
μήπως και σώσω κομμάτια αυτοελέγχου...
Με στοίχειωσε το είδωλο του ονείρου...
κι όλοι οι δαίμονες φοράνε τ'όνομά μου..
κάτι ραγισμένα σκαλοπάτια γκρεμίζουν το βήμα μου
και μετέωρη όλο πέφτω....
όλο πέφτω ..
μέσα σε βυθούς αδιέξοδης ικεσίας...
με την ανάσα μου να τρέχει
πάνω στο νεύρο της σιωπής ενός αδιανόητου πανικού..
και ένας απόηχος να φωνάζει..
και να Εκλιπαρώ:
Δώσε μου μία συλλαβή – Βαρκούλα Διαφυγής…
Πάρε με από αυτό το τοπίο!.....
Ξεσήκωσέ με να φύγουμε…
Πάρε με από αυτό το τοπίο
της άγριας απομάκρυνσης από την εκλογίκευση…
Λίγο ακόμη και θα σκεπαστώ
από σωρούς καμένα ξύλα..
Η φωτιά του παραλόγου
καίει άυλα αντικείμενα της σκέψης…
Μέσα μου, το αδέσμευτο τοπίο διογκώνεται
και κρύβει τόνους κομμένες από τη ρίζα ελπίδες,
σπασμένα κλαδιά αισιοδοξίας…
Όλα τώρα παραδόθηκαν
σε μία αυτόνομη φλόγα νοερής καταστροφής…
Φοβάμαι τα όνειρα
που δείχνουν πως πεθαίνω…
Έστω και νοερά ν’ αγγίξω το κρύο κορμί της βεβιασμένης αυτοκτονίας
νιώθω όλη την πραγματικότητα
να διαβρώνεται από φοβίες αυθαίρετης και ανυποχώρητης παραλογίας…
Όγκοι υδάτινων φόβων με σκεπάζουν
και ένα κύμα ασύλληπτης προτροπής
με ωθεί να πέσω στο κενό,
μήπως και σώσω κομμάτια αυτοελέγχου...
Με στοίχειωσε το είδωλο του ονείρου...
κι όλοι οι δαίμονες φοράνε τ'όνομά μου..
κάτι ραγισμένα σκαλοπάτια γκρεμίζουν το βήμα μου
και μετέωρη όλο πέφτω....
όλο πέφτω ..
μέσα σε βυθούς αδιέξοδης ικεσίας...
με την ανάσα μου να τρέχει
πάνω στο νεύρο της σιωπής ενός αδιανόητου πανικού..
και ένας απόηχος να φωνάζει..
και να Εκλιπαρώ:
Δώσε μου μία συλλαβή – Βαρκούλα Διαφυγής…
Πάρε με από αυτό το τοπίο!.....
Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010
σε μιας ακρογιαλιάς την άκρη
στάθηκε του ονείρου μας πτυχή
καθώς η νύχτα αναλύεται σε μυριάδες άστρα
φαντάζεις λιγότερο εύθραυστη και ευσυγκίνητη
απ' ότι εκείνη ...
και τότε μέτρησα τη δύναμή μου
μέσα στης σελήνης την αυγή
επιδιώκοντας να γύρει στη μεριά μου
ημισέληνη αγάπη ονειρική …
-οι δύο όψεις της που πάντα μας διχάζουν-
τάχα ποιος ν’ αγαπάει πιο πολύ!
στάθηκε του ονείρου μας πτυχή
καθώς η νύχτα αναλύεται σε μυριάδες άστρα
φαντάζεις λιγότερο εύθραυστη και ευσυγκίνητη
απ' ότι εκείνη ...
και τότε μέτρησα τη δύναμή μου
μέσα στης σελήνης την αυγή
επιδιώκοντας να γύρει στη μεριά μου
ημισέληνη αγάπη ονειρική …
-οι δύο όψεις της που πάντα μας διχάζουν-
τάχα ποιος ν’ αγαπάει πιο πολύ!
κι η απάντηση μπρος μου στέκει
καλός ή κακός οιωνός
ποιός γνωρίζει!
-δεν θέλω να ξέρω-
κι άνθισα τόσες εποχές για χάρη σου,
άδικα;
πως όχι;
κοίτα με όμως... θα ξανανθίσω
η άμυνα της φύσης βλέπεις
σ' ό,τι την πονά...
κράτησα καλοκαίρια στην καρδιά
και άνοιξη στα χείλη
μα μες τα χέρια κράτησα
του φθινοπώρου δείλι
-όχι εσκεμμένα, θέλω να το πιστέψεις-
κι ένα αεράκι θέλησε στο φως να ταξιδέψει
την ταλαιπωρημένη μου ψυχή!!
μέσα στο βλέμμα τ' ουρανού
στο μπλε και το γαλάζιο
γεύση αλμυρή...
όχι, δεν είμαι μόνος...
κι ας έρχονται στιγμές που το πιστεύω...
καλός ή κακός οιωνός
ποιός γνωρίζει!
-δεν θέλω να ξέρω-
κι άνθισα τόσες εποχές για χάρη σου,
άδικα;
πως όχι;
κοίτα με όμως... θα ξανανθίσω
η άμυνα της φύσης βλέπεις
σ' ό,τι την πονά...
κράτησα καλοκαίρια στην καρδιά
και άνοιξη στα χείλη
μα μες τα χέρια κράτησα
του φθινοπώρου δείλι
-όχι εσκεμμένα, θέλω να το πιστέψεις-
κι ένα αεράκι θέλησε στο φως να ταξιδέψει
την ταλαιπωρημένη μου ψυχή!!
μέσα στο βλέμμα τ' ουρανού
στο μπλε και το γαλάζιο
γεύση αλμυρή...
όχι, δεν είμαι μόνος...
κι ας έρχονται στιγμές που το πιστεύω...
Ο ζωγράφος...
Έρχεσαι… εισέρχεσαι σαν αχτίδα φωτός μέσα στις ρωγμές μου… μπαίνεις…… διαχέεσαι… απλώνεσαι… σκορπάς… γίνεσαι λιακάδα στο τοπίο της εσωτερικής μου μοναξιάς… Ποτέ δεν είμαι μόνη πια… είσαι παρουσία αόρατου αγγίγματος… είσαι αντανάκλαση σκέψης που μετουσιώνεται σε ρίγος, σε ζέστη πάνω στο κορμί… Δεν κλειδώνομαι πια μέσα σε τοίχους… με έμαθες να αναπνέω ελεύθερη πίσω από τις κλειστές πόρτες, μέσα στα σκοτεινά δωμάτια, κάτω από τον θολό ουρανό της καθημερινότητας…
Ο ήχος διέσχισε την πηχτή ατμόσφαιρα της ρύπανσης των αναλώσιμων σχέσεων… έγινε μουσική και μετά εσωτερική μελωδία… χάρη σε σένα … Έμαθα να σιγοτραγουδάω στιχάκια εφηβικής ερωτικής έκρηξης… μεγαλώνω μέσα στα χέρια σου κι όμως παραμένω κοριτσάκι…. δικό σου…
Καθρεφτίζομαι μέσα στα μάτια σου και βλέπω το χρόνο πίσω μου να κυλάει κι εγώ να μένω στάσιμη μέσα στο υγρό των ματιών σου φορώντας ένα χαμόγελο ευτυχίας, που ζηλεύουν οι μοίρες, γιατί δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν το κόκκινο μελάνι που το ζωγράφισε…
Οι μοίρες που γράφουν την ιστορία του κόσμου, την ιστορία του καθενός, δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν την κόκκινη απόχρωση που δημιούργησε το φιλί σου σε συνδυασμό με το κρασί που μεθάει τα χείλη σου… Αυτήν την απόχρωση που ζωγράφισε στο πρόσωπό μου ένα αδιόρατο, αλλά αισθητό χαμόγελο ευτυχίας… Την αξία και το νόημά του δεν το καταλαβαίνουν όλοι…… την παρουσία του όμως τη νιώθουν και οι πιο αδιάφοροι…
Τώρα μένει να ζωγραφίσεις τα μάτια μου. Εκεί μέσα στους οπτικούς μου λαβυρίνθους χάνεται η ζωή πίσω από αναμνήσεις… πίσω από οράματα… πίσω από εστιάσεις σε σημεία του χρόνου, που ίσως σε φέρουν σε μένα… Έχω μάθει να μη βεβιάζω τις καταστάσεις. Κυλάω με τα γεγονότα… Γίνομαι ποταμάκι που γλυκαίνει το χρόνο… Συμφιλιώνομαι μαζί του… Αντέχω να περνάει από πάνω μου όλος αυτός ο όγκος υδάτινου χρόνου που διαβρώνει το είναι μας…… κι όμως μένω ίδια… το κοριτσάκι που γνώρισες…… που χάθηκε μέσα στα μάτια σου, στο βαθύ σου ταξίδι, σε ένα πρώτο ταξίδι έξω από τα προβλεπόμενα…
Φέρε μου χρώματα…… ξαπλώνω … γίνομαι ο καμβάς σου… χάραξέ μου καμπύλες και αποτύπωσε τη σκέψη σου πάνω μου…να γίνω χάρτης του ερωτικού σου προσανατολισμού… να γίνω αποτύπωμά σου… ζωγράφισε με τα δάχτυλά σου…βούλιαξέ τα μέσα στα χρώματα και κάνε με πολύχρωμη…
Θα είσαι ο ζωγράφος… Θα είμαι ο καμβάς σου…… σου αφήνομαι……… Αν δεις να κρυώνω, ντύσε με … αν δεις ότι ζεσταίνομαι, ζωγράφισε πάνω μου θάλασσες δροσιάς… Αν δεις ότι σε νοσταλγώ και να εξαρτώμαι απόλυτα από σένα, ζωγράφισε πάνω μου το είδωλό σου… να γίνουμε ένα… Έστω μέσα από τα χρώματα… τις γραμμές… τα σχέδια…τις καμπύλες…τα σκίτσα…… τις ζωγραφιές…τις αποτυπώσεις… τα όνειρα…
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
Έρχεσαι… εισέρχεσαι σαν αχτίδα φωτός μέσα στις ρωγμές μου… μπαίνεις…… διαχέεσαι… απλώνεσαι… σκορπάς… γίνεσαι λιακάδα στο τοπίο της εσωτερικής μου μοναξιάς… Ποτέ δεν είμαι μόνη πια… είσαι παρουσία αόρατου αγγίγματος… είσαι αντανάκλαση σκέψης που μετουσιώνεται σε ρίγος, σε ζέστη πάνω στο κορμί… Δεν κλειδώνομαι πια μέσα σε τοίχους… με έμαθες να αναπνέω ελεύθερη πίσω από τις κλειστές πόρτες, μέσα στα σκοτεινά δωμάτια, κάτω από τον θολό ουρανό της καθημερινότητας…
Ο ήχος διέσχισε την πηχτή ατμόσφαιρα της ρύπανσης των αναλώσιμων σχέσεων… έγινε μουσική και μετά εσωτερική μελωδία… χάρη σε σένα … Έμαθα να σιγοτραγουδάω στιχάκια εφηβικής ερωτικής έκρηξης… μεγαλώνω μέσα στα χέρια σου κι όμως παραμένω κοριτσάκι…. δικό σου…
Καθρεφτίζομαι μέσα στα μάτια σου και βλέπω το χρόνο πίσω μου να κυλάει κι εγώ να μένω στάσιμη μέσα στο υγρό των ματιών σου φορώντας ένα χαμόγελο ευτυχίας, που ζηλεύουν οι μοίρες, γιατί δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν το κόκκινο μελάνι που το ζωγράφισε…
Οι μοίρες που γράφουν την ιστορία του κόσμου, την ιστορία του καθενός, δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν την κόκκινη απόχρωση που δημιούργησε το φιλί σου σε συνδυασμό με το κρασί που μεθάει τα χείλη σου… Αυτήν την απόχρωση που ζωγράφισε στο πρόσωπό μου ένα αδιόρατο, αλλά αισθητό χαμόγελο ευτυχίας… Την αξία και το νόημά του δεν το καταλαβαίνουν όλοι…… την παρουσία του όμως τη νιώθουν και οι πιο αδιάφοροι…
Τώρα μένει να ζωγραφίσεις τα μάτια μου. Εκεί μέσα στους οπτικούς μου λαβυρίνθους χάνεται η ζωή πίσω από αναμνήσεις… πίσω από οράματα… πίσω από εστιάσεις σε σημεία του χρόνου, που ίσως σε φέρουν σε μένα… Έχω μάθει να μη βεβιάζω τις καταστάσεις. Κυλάω με τα γεγονότα… Γίνομαι ποταμάκι που γλυκαίνει το χρόνο… Συμφιλιώνομαι μαζί του… Αντέχω να περνάει από πάνω μου όλος αυτός ο όγκος υδάτινου χρόνου που διαβρώνει το είναι μας…… κι όμως μένω ίδια… το κοριτσάκι που γνώρισες…… που χάθηκε μέσα στα μάτια σου, στο βαθύ σου ταξίδι, σε ένα πρώτο ταξίδι έξω από τα προβλεπόμενα…
Φέρε μου χρώματα…… ξαπλώνω … γίνομαι ο καμβάς σου… χάραξέ μου καμπύλες και αποτύπωσε τη σκέψη σου πάνω μου…να γίνω χάρτης του ερωτικού σου προσανατολισμού… να γίνω αποτύπωμά σου… ζωγράφισε με τα δάχτυλά σου…βούλιαξέ τα μέσα στα χρώματα και κάνε με πολύχρωμη…
Θα είσαι ο ζωγράφος… Θα είμαι ο καμβάς σου…… σου αφήνομαι……… Αν δεις να κρυώνω, ντύσε με … αν δεις ότι ζεσταίνομαι, ζωγράφισε πάνω μου θάλασσες δροσιάς… Αν δεις ότι σε νοσταλγώ και να εξαρτώμαι απόλυτα από σένα, ζωγράφισε πάνω μου το είδωλό σου… να γίνουμε ένα… Έστω μέσα από τα χρώματα… τις γραμμές… τα σχέδια…τις καμπύλες…τα σκίτσα…… τις ζωγραφιές…τις αποτυπώσεις… τα όνειρα…
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
Αόρατη τοιχογραφία...
Δίψασα για εκείνο το ψήγμα
που γεννά ιδρώτα
στ’ απολιθώματα της σκέψης…
Κάποιοι το φυλάκισαν
σε μιας σπηλιάς την τοιχογραφία
μ’ όνομα να το συνοδεύει ιερογλυφικό…
να γλύφει υγρασία από το βράχο,
να φυτρώνει τη ρίζα του
πάνω στο κάρβουνο που το δημιούργησε…
Κρύβει φωτιά το σχέδιο..
κρύβει και υγρασία..
μα όσα επιβίωσαν της Λήθης,
τ’ απογύμνωσε με αναλύσεις
ο αρχαιολόγος ερευνητής σ’ ένα βαρύ βιβλίο…
Γι’ αυτό πρέπει να καις τη σπηλιά
πριν την εγκαταλείψεις…
Γιατί τα ψήγματα, τα ίχνη και τα στίγματα
δεν τ’ αγγίζουν όλοι με μεταμορφωτική μαγεία ερμηνείας…
Κάποιοι με αποστειρωμένα γάντια
τ’ απογυμνώνουν από το παραμύθι τους…
Βάζω φωτιά…
καίω το ποίημα…
υδατογράφημα καπνού στον τοίχο της Ψυχής μου…
Μόνο οι ανειδίκευτοι ερασιτέχνες
που ακόμη γοητεύονται, θα το αναγνώσουν…
Οι ερευνητές θα βρουν τον τοίχο μου
άδειο… απολίτιστο… ανέκφραστο… κενό…
Δίψασα για εκείνο το ψήγμα
που γεννά ιδρώτα
στ’ απολιθώματα της σκέψης…
Κάποιοι το φυλάκισαν
σε μιας σπηλιάς την τοιχογραφία
μ’ όνομα να το συνοδεύει ιερογλυφικό…
να γλύφει υγρασία από το βράχο,
να φυτρώνει τη ρίζα του
πάνω στο κάρβουνο που το δημιούργησε…
Κρύβει φωτιά το σχέδιο..
κρύβει και υγρασία..
μα όσα επιβίωσαν της Λήθης,
τ’ απογύμνωσε με αναλύσεις
ο αρχαιολόγος ερευνητής σ’ ένα βαρύ βιβλίο…
Γι’ αυτό πρέπει να καις τη σπηλιά
πριν την εγκαταλείψεις…
Γιατί τα ψήγματα, τα ίχνη και τα στίγματα
δεν τ’ αγγίζουν όλοι με μεταμορφωτική μαγεία ερμηνείας…
Κάποιοι με αποστειρωμένα γάντια
τ’ απογυμνώνουν από το παραμύθι τους…
Βάζω φωτιά…
καίω το ποίημα…
υδατογράφημα καπνού στον τοίχο της Ψυχής μου…
Μόνο οι ανειδίκευτοι ερασιτέχνες
που ακόμη γοητεύονται, θα το αναγνώσουν…
Οι ερευνητές θα βρουν τον τοίχο μου
άδειο… απολίτιστο… ανέκφραστο… κενό…
Το αλητάκι...
{Όταν γίνομαι παιδί...
Η πιο πολύτιμη στιγμή μου!...}
Σήμερα το έσκασα από τη χρυσή φυλακή μου… Τριγυρνάω στη γειτονιά σου… Παράνομα!... Αλητάκι που παίζει με ξένα παιχνίδια και αναστατώνει με τις παραξενιές του τον καθωσπρεπισμό του κόσμου. Τραγουδάω παράφωνα και δυνατά. Είναι αδύνατο να μη με ακούσεις. Βέβαια, η συγκυρία επιτάσσει να προσποιηθείς πως δε με γνωρίζεις. Βγαίνεις στο μπαλκόνι… δεν είσαι μόνος. Βγαίνει μαζί σου ενοχλημένη όλη η παρέα σου. Συνεχίζω να τραγουδάω και να χορεύω… Το γέλιο σου αν και αμυδρό, φυλακίζει τη χαρά μου… Τσιγγανάκι που τσαλαβουτάω στο έλος… χορεύω σαν αρκουδάκι, με χαλκά το βλέμμα σου!... Με δένεις… Με δεσμεύεις… Με φυλακίζεις… Κι ας είμαι φύση αδέσμευτη.
Παίρνεις την ευθύνη του μαλώματος. Αγριεύεις… Μιλάς επιτακτικά, και ίσως πιο άγρια απ’ ότι περίμενα!... Το μουτράκι μου κατσουφιάζει, το βλέμμα μου συννεφιάζει… Συνεχίζεις… Τόσα μαλώματα!... λόγια σκληρά για να με διώξεις… Πληγώνεις την καρδούλα μου, που φόρεσε τα καλά της για να έρθει να σε δει!... Τσαλακώνεις με το επιβλητικό σου ύφος την παιδιάστικη λαχτάρα μου, να σε δω έστω και λίγο…
Μόνο αυτό ήθελα... να σε δω λιγάκι… από μακριά… Να σε δω χαμογελαστό και να ξεδιπλώσω μπροστά στα μάτια σου το πανηγύρι όλης μου της τρέλας… «Συγνώμη κύριε…» ψιθυρίζω με ασθενική φωνή. Γυρίζω αργά και ετοιμάζομαι να φύγω. Ένα δειλό βλέμμα μου… τελευταίο… αντέχει να σε κοιτάξει για λίγο ακόμα… Διακρίνω ένα συνωμοτικό χαμόγελο στα χείλη σου…
χι χι χι… Μόνο γι’ αυτό ήρθα απόψε…
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΩΩΩΩΩΩΩ……
Πόσα θέλει κάποιος για να είναι ευτυχισμένος?...
Λίγα… τόσο λίγα… ένα χαμόγελο… Δικό σου χαμόγελο!.....
Απομακρύνομαι... τρελό αλητάκι μέσα στο χορό του, αναστατώνοντας τον κόσμο από χαρά…
{Όταν γίνομαι παιδί...
Η πιο πολύτιμη στιγμή μου!...}
Σήμερα το έσκασα από τη χρυσή φυλακή μου… Τριγυρνάω στη γειτονιά σου… Παράνομα!... Αλητάκι που παίζει με ξένα παιχνίδια και αναστατώνει με τις παραξενιές του τον καθωσπρεπισμό του κόσμου. Τραγουδάω παράφωνα και δυνατά. Είναι αδύνατο να μη με ακούσεις. Βέβαια, η συγκυρία επιτάσσει να προσποιηθείς πως δε με γνωρίζεις. Βγαίνεις στο μπαλκόνι… δεν είσαι μόνος. Βγαίνει μαζί σου ενοχλημένη όλη η παρέα σου. Συνεχίζω να τραγουδάω και να χορεύω… Το γέλιο σου αν και αμυδρό, φυλακίζει τη χαρά μου… Τσιγγανάκι που τσαλαβουτάω στο έλος… χορεύω σαν αρκουδάκι, με χαλκά το βλέμμα σου!... Με δένεις… Με δεσμεύεις… Με φυλακίζεις… Κι ας είμαι φύση αδέσμευτη.
Παίρνεις την ευθύνη του μαλώματος. Αγριεύεις… Μιλάς επιτακτικά, και ίσως πιο άγρια απ’ ότι περίμενα!... Το μουτράκι μου κατσουφιάζει, το βλέμμα μου συννεφιάζει… Συνεχίζεις… Τόσα μαλώματα!... λόγια σκληρά για να με διώξεις… Πληγώνεις την καρδούλα μου, που φόρεσε τα καλά της για να έρθει να σε δει!... Τσαλακώνεις με το επιβλητικό σου ύφος την παιδιάστικη λαχτάρα μου, να σε δω έστω και λίγο…
Μόνο αυτό ήθελα... να σε δω λιγάκι… από μακριά… Να σε δω χαμογελαστό και να ξεδιπλώσω μπροστά στα μάτια σου το πανηγύρι όλης μου της τρέλας… «Συγνώμη κύριε…» ψιθυρίζω με ασθενική φωνή. Γυρίζω αργά και ετοιμάζομαι να φύγω. Ένα δειλό βλέμμα μου… τελευταίο… αντέχει να σε κοιτάξει για λίγο ακόμα… Διακρίνω ένα συνωμοτικό χαμόγελο στα χείλη σου…
χι χι χι… Μόνο γι’ αυτό ήρθα απόψε…
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΩΩΩΩΩΩΩ……
Πόσα θέλει κάποιος για να είναι ευτυχισμένος?...
Λίγα… τόσο λίγα… ένα χαμόγελο… Δικό σου χαμόγελο!.....
Απομακρύνομαι... τρελό αλητάκι μέσα στο χορό του, αναστατώνοντας τον κόσμο από χαρά…
Ψέματα, Πλάνη και Ψευδαισθήσεις...
Διαβαζω...
η λέξη γιγαντώθηκε και άπλωσε μία σκιά
που δε λογάριασε θεό..
Όλο το φως, σταχτη στα ματια της...
Διαβαζω....
ένα κενό να μου κόβει ανασες...
να μου κοβει ζωή...
να λιποθυμάω κι όμως η χροιά της λεξης
φυσημα στο πρόσωπο..
συνερχομαι...
Διαβαζω...
κειμένων συνέχεια...
κι ένας σταυρός μισοφαγωμενος από το σαράκι της αναγκης
να εκφραστεί το μυστηριο...
-Δεν συλλαμβανονται οι Ιδεες, ματια μου...
Αδεσμευτες παντα ... ως το Τελος...
Ψεματα... πλανη.. και ψευδαισθησεις τα κειμενα..
Διαβάζω...
Τιποτε σε πλήρη αντιστοιχία..
όλα παραφρασεις...
περιγραφές στο περίπου...
παραπομπές στο εκεί...
αναγραμματισμοί και λογοπαίγνια..
κι ένας εντυπωσιασμός να χαίρεται τη μικρότητα της αποτύπωσης...
Διαβαζω....
μία λέξη ακομη...
"νόημά μου δε σε ειπώνω
μα σε σκοτώνω....."
πίσω από πλάνες εκδοχές μιας ασυνάρτητης εμμονής..
πισω από ψεύτικες μεγενθύνσεις μιας θολής πραγματικότητας που δεν υπήρξε ποτέ...
πίσω από ψευδαισθήσεις ευτυχίας ή θλίψης ...
και νομίζω ότι ζω...
γράφοντας κείμενα...
χρωματίζοντας τοπία επινόησης...
Κρύβω τη Ζωή στη σκιά της λέξης....
γιγαντώνω μεσα μου τη Δίψα...
και κάθε γραμμα, τα βράδια ντύνεται το σώμα μου...
υιοθετεί τη χροια της φωνής μου...
και με δικάζει που ΔΕΝ καταφερα
να προσεγγίσω την Αληθεια
ούτε στο τοσο... στο ανεπαίσθητο... στο ψήγμα μιας συγγραφικής αναλαμπής...
Ψεματα... πλανη... και ψευδαισθησεις...
κι όμως ακομη συνεχίζω να χανομαι μεσα στα κειμενα...
στις ασυναρτητες περιγραφες..
στο πλέξιμο της μυθοπλασίας και στο συναίσθημα που παράγει ...
γιατί {Μπορχες}
Μέγιστη Αξία δεν έχει να βγεις από το Λαβύρινθο...
αλλά να ξέρεις πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να παραδεχτείς ότι χάθηκες...
ΧΑΘΗΚΑ....
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
Διαβαζω...
η λέξη γιγαντώθηκε και άπλωσε μία σκιά
που δε λογάριασε θεό..
Όλο το φως, σταχτη στα ματια της...
Διαβαζω....
ένα κενό να μου κόβει ανασες...
να μου κοβει ζωή...
να λιποθυμάω κι όμως η χροιά της λεξης
φυσημα στο πρόσωπο..
συνερχομαι...
Διαβαζω...
κειμένων συνέχεια...
κι ένας σταυρός μισοφαγωμενος από το σαράκι της αναγκης
να εκφραστεί το μυστηριο...
-Δεν συλλαμβανονται οι Ιδεες, ματια μου...
Αδεσμευτες παντα ... ως το Τελος...
Ψεματα... πλανη.. και ψευδαισθησεις τα κειμενα..
Διαβάζω...
Τιποτε σε πλήρη αντιστοιχία..
όλα παραφρασεις...
περιγραφές στο περίπου...
παραπομπές στο εκεί...
αναγραμματισμοί και λογοπαίγνια..
κι ένας εντυπωσιασμός να χαίρεται τη μικρότητα της αποτύπωσης...
Διαβαζω....
μία λέξη ακομη...
"νόημά μου δε σε ειπώνω
μα σε σκοτώνω....."
πίσω από πλάνες εκδοχές μιας ασυνάρτητης εμμονής..
πισω από ψεύτικες μεγενθύνσεις μιας θολής πραγματικότητας που δεν υπήρξε ποτέ...
πίσω από ψευδαισθήσεις ευτυχίας ή θλίψης ...
και νομίζω ότι ζω...
γράφοντας κείμενα...
χρωματίζοντας τοπία επινόησης...
Κρύβω τη Ζωή στη σκιά της λέξης....
γιγαντώνω μεσα μου τη Δίψα...
και κάθε γραμμα, τα βράδια ντύνεται το σώμα μου...
υιοθετεί τη χροια της φωνής μου...
και με δικάζει που ΔΕΝ καταφερα
να προσεγγίσω την Αληθεια
ούτε στο τοσο... στο ανεπαίσθητο... στο ψήγμα μιας συγγραφικής αναλαμπής...
Ψεματα... πλανη... και ψευδαισθησεις...
κι όμως ακομη συνεχίζω να χανομαι μεσα στα κειμενα...
στις ασυναρτητες περιγραφες..
στο πλέξιμο της μυθοπλασίας και στο συναίσθημα που παράγει ...
γιατί {Μπορχες}
Μέγιστη Αξία δεν έχει να βγεις από το Λαβύρινθο...
αλλά να ξέρεις πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να παραδεχτείς ότι χάθηκες...
ΧΑΘΗΚΑ....
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
"meα culpa"
Μάζεψε τις πιο ένοχες λέξεις. Αφουγκράστηκε το βραδινό αεράκι που μιλούσε για παρανομίες… για αλητείες με φόντο το καλοκαιρινό φεγγαρόφωτο… Και σκιαγράφησε τον ήρωά του: Don Zuan…
Κλεμμένος ήρωας. Του άρεσαν οι κλεψιές. Πιο πολύ όμως εκείνες που ονειροβατούσαν στις Γυναικείες Επιθυμίες. Πόσο δύσκολο είναι να κλέψεις μία Γυναικεία καρδιά? Από την εφηβεία του ξαγρυπνούσε μελετώντας τεχνοτροπίες αντρικής προσέγγισης πάνω στις γυναικείες ευαισθησίες...
Τελείωνε το δεύτερο ποτήρι κι όμως ακόμη η πρώτη σελίδα ήταν ανέγγιχτη! Δε βιαζόταν. Είχε εμπιστοσύνη στην έμπνευση. Ερχόταν πάντα στην ώρα της. Γυναίκα στο ραντεβού με την εκπλήρωση.
Και ήρθε…
Ντυμένη στο κόκκινο του έρωτα. Με μάτια φωταγωγημένα. Με έναν αέρα μεταμόρφωσης. Αυτή κρατούσε στα χέρια της τον επόμενο ήρωα… τον ζωγράφισε στην άμμο με χέρι που τρέμει.
Πρώτη φορά έτρεμε το χέρι της έμπνευσης. Ήξερε το βάρος της ευθύνης της. Αυτή τη φορά, δε θα την συγχωρούσαν για την αληθοφάνειά της! Είχε προσεγγίσει με κάθε δυνατό τρόπο το αναπόφευκτο. Τελειοποίησε το ένστικτό του, του έδωσε κομμάτι από την διαίσθησή της και τον έπλασε ακαταμάχητο.
Στο εξώφυλλο της επινόησης ο ήρωας κοιτάζει την αναγνώστρια με βλέμμα που αιχμαλωτίζει τις άμυνες. Εκμηδενίζει τις αντιστάσεις κι αν είχες την πεποίθηση ότι μπορείς να μείνεις ανεπηρέαστη από το μυθιστορηματικό του ύφος, έπεφτες πιο βαθιά στην λογοτεχνική παγίδα.
Η έμπνευση πείσμωσε. Την κατηγόρησαν ότι πλανεύει και ήθελε να ξεπεράσει τον εαυτό της δημιουργώντας μία Ιστορία που θα μπορούσε να παρεισδύσει στη Ζωή.
Αυτή τη φορά ήθελε να μπλέξει την Πραγματικότητα με το Παραμύθι. Με αλχημείες πειραματίστηκε σε προσμίξεις και η ιστορία ξέφυγε του ελέγχου… Μία απόκοσμη προέκταση προκάλεσε διαστολή του σκηνικού και αυτό άπλωσε την κυριαρχία του στον περιβάλλοντα χώρο… Στο καφενείο του παραλιακού χωριού που συζητούσαν φιλοσοφίες οι γέροντες… Κάποιο βλέμμα μεταμορφωμένο με τη επιρροή του ερωτεύσιμου Δον Ζουάν τύλιγε στο δίχτυ του τις τουρίστριες… Αλλόκοτη εκδοχή… Ένας άντρας στο χείλος της παραίτησης από τη δράση της Ζωής, να βαφτίζεται ξανά στο όνομα του Έρωτα και να μπαίνει στη μάχη… Τελειώνει ποτέ αυτή η μάχη άραγε?..
Η έμπνευση θυμήθηκε τα λόγια του Μάρκες «Οι άνθρωποι δεν παύουν να ερωτεύονται καθώς γερνούν… Αλλά γερνούν, όταν παύουν να ερωτεύονται!»…
Έπαιζε η πλοκή με κάθε ακραία περίπτωση ερωτικής ολοκλήρωσης. Το καλοκαιράκι θα φταίει! Όχι… απλά βάλθηκε η έμπνευση να αποδείξει ότι τα κείμενα κρύβουν αληθινή μαγεία. Μπορούν με βαθιά ειλικρίνεια να μεταμορφώσουν τους ανθρώπους. Έχουν την ικανότητα να προβάλλουν μέσα από υποθετικές ιστορίες επινόησης, τις πιο μεγάλες αλήθειες. Εξάλλου, πόσες φορές η ίδια η Ζωή με απίστευτη εφευρετικότητα δεν ξεπέρασε τις υπερβολές των μυθιστορημάτων?...
Η έμπνευση αυτή τη φορά κέρδισε το στοίχημα: Ο Δον Ζουάν ξέφυγε από τις λευκές σελίδες που φιλοξενούσαν τη ζωή και τη δράση του. Έγινε σκιά στη σκέψη των γυναικών. Έγινε αλήθεια μέσα στην ανάγκη των αντρών ν’ αναστήσουν τη μαγεία της εφηβικής παρόρμησης.
Οι λέξεις απόκτησαν τη δύναμη που τους αρμόζει. Πολυδιάστατα νοήματα να περιγράφουν τοπία πλημμυρισμένης αντοχής. Ένα καλοκαίρι γεμάτο έρωτα.
Το βιβλίο πουλήθηκε παντού. Ξεφυλλίστηκε από όλους. Έγινε ανάρπαστο. Οι γυναίκες ξέφυγαν από τις αλυσίδες της φτηνής φυλακής τους. Διεκδίκησαν όνειρα ευφάνταστης εκπλήρωσης. Έγιναν ηρωίδες στο έργο της Ζωής. Ντύθηκαν αλήθειες που χώρεσαν μέσα στις απεικονίσεις των περιγραφών. Ένας παράδεισος επίγειας ολοκλήρωσης. Και εκεί στο απόγειο της ευτυχίας…..
…………
Τελευταία σελίδα συγγραφής…
Η έμπνευση αποκοιμήθηκε εκστασιασμένη από το ερωτικό αποκορύφωμά της.
Τα ηνία της συγγραφής τα ανέλαβε ο ρεαλισμός.
Σαρωτικά κινούμενος έφερε πρόωρο χειμώνα… Εκλογίκευσε κάθε επιχείρημα. Αναίρεσε κάθε ελπίδα στο απρόσμενο… Τύλιξε τη μαγεία στην τελευταία κόλλα αναφοράς και παρέδωσε το Τέλος στον εκδότη:
Ο Δον Ζουάν απομονωμένος στην έρημη παραλία της απογοήτευσης, είδε τον εαυτό του στη λίμνη που καθρεφτιζόταν ο Νάρκισσος.
Γέρος πια, ένιωσε πως όλα τελέστηκαν σε ένα μακρινό παρελθόν ή σε μία άλλη ζωή… ή από έναν άλλο πρωταγωνιστή…
Εκείνος στο περιθώριο της ζωής μέσα στα όρια μιας απάνθρωπης λήθης να μοιράζεται, σχεδόν παραισθητικά, στιγμιότυπα από ένα χθες που έφυγε ανεπιστρεπτί!...
Οι νεράιδες γέρασαν…
Το φεγγαρόφωτο χάθηκε πίσω από άγρια σύννεφα χρονικής καταιγίδας…
Δεν άντεξε…
Φτωχός από αναμνήσεις… χαμένος σε μία λήθη ανίατης ασθένειας πορεύτηκε προς το Τέλος…
Μαχαιρώθηκε από την τελευταία λέξη που γράφτηκε επικίνδυνα από το χέρι του ρεαλισμού:
~αντίο~…
Όταν ξύπνησε η έμπνευση ήταν πολύ αργά…
Όλα σκοτάδι…
Όλα κενό…
Κι ένας θάνατος να μυρίζει απώλεια Ονείρου!...
Μπροστά σε ένα σκηνικό άδειο από ήρωες η τελευταία φράση της:
-mea culpa…
Το επόμενο πρωί, ο συγγραφέας βρέθηκε νεκρός, με ένα τριαντάφυλλο scarlet carson πάνω στο στήθος του... στο μέρος της καρδιάς...
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
Μάζεψε τις πιο ένοχες λέξεις. Αφουγκράστηκε το βραδινό αεράκι που μιλούσε για παρανομίες… για αλητείες με φόντο το καλοκαιρινό φεγγαρόφωτο… Και σκιαγράφησε τον ήρωά του: Don Zuan…
Κλεμμένος ήρωας. Του άρεσαν οι κλεψιές. Πιο πολύ όμως εκείνες που ονειροβατούσαν στις Γυναικείες Επιθυμίες. Πόσο δύσκολο είναι να κλέψεις μία Γυναικεία καρδιά? Από την εφηβεία του ξαγρυπνούσε μελετώντας τεχνοτροπίες αντρικής προσέγγισης πάνω στις γυναικείες ευαισθησίες...
Τελείωνε το δεύτερο ποτήρι κι όμως ακόμη η πρώτη σελίδα ήταν ανέγγιχτη! Δε βιαζόταν. Είχε εμπιστοσύνη στην έμπνευση. Ερχόταν πάντα στην ώρα της. Γυναίκα στο ραντεβού με την εκπλήρωση.
Και ήρθε…
Ντυμένη στο κόκκινο του έρωτα. Με μάτια φωταγωγημένα. Με έναν αέρα μεταμόρφωσης. Αυτή κρατούσε στα χέρια της τον επόμενο ήρωα… τον ζωγράφισε στην άμμο με χέρι που τρέμει.
Πρώτη φορά έτρεμε το χέρι της έμπνευσης. Ήξερε το βάρος της ευθύνης της. Αυτή τη φορά, δε θα την συγχωρούσαν για την αληθοφάνειά της! Είχε προσεγγίσει με κάθε δυνατό τρόπο το αναπόφευκτο. Τελειοποίησε το ένστικτό του, του έδωσε κομμάτι από την διαίσθησή της και τον έπλασε ακαταμάχητο.
Στο εξώφυλλο της επινόησης ο ήρωας κοιτάζει την αναγνώστρια με βλέμμα που αιχμαλωτίζει τις άμυνες. Εκμηδενίζει τις αντιστάσεις κι αν είχες την πεποίθηση ότι μπορείς να μείνεις ανεπηρέαστη από το μυθιστορηματικό του ύφος, έπεφτες πιο βαθιά στην λογοτεχνική παγίδα.
Η έμπνευση πείσμωσε. Την κατηγόρησαν ότι πλανεύει και ήθελε να ξεπεράσει τον εαυτό της δημιουργώντας μία Ιστορία που θα μπορούσε να παρεισδύσει στη Ζωή.
Αυτή τη φορά ήθελε να μπλέξει την Πραγματικότητα με το Παραμύθι. Με αλχημείες πειραματίστηκε σε προσμίξεις και η ιστορία ξέφυγε του ελέγχου… Μία απόκοσμη προέκταση προκάλεσε διαστολή του σκηνικού και αυτό άπλωσε την κυριαρχία του στον περιβάλλοντα χώρο… Στο καφενείο του παραλιακού χωριού που συζητούσαν φιλοσοφίες οι γέροντες… Κάποιο βλέμμα μεταμορφωμένο με τη επιρροή του ερωτεύσιμου Δον Ζουάν τύλιγε στο δίχτυ του τις τουρίστριες… Αλλόκοτη εκδοχή… Ένας άντρας στο χείλος της παραίτησης από τη δράση της Ζωής, να βαφτίζεται ξανά στο όνομα του Έρωτα και να μπαίνει στη μάχη… Τελειώνει ποτέ αυτή η μάχη άραγε?..
Η έμπνευση θυμήθηκε τα λόγια του Μάρκες «Οι άνθρωποι δεν παύουν να ερωτεύονται καθώς γερνούν… Αλλά γερνούν, όταν παύουν να ερωτεύονται!»…
Έπαιζε η πλοκή με κάθε ακραία περίπτωση ερωτικής ολοκλήρωσης. Το καλοκαιράκι θα φταίει! Όχι… απλά βάλθηκε η έμπνευση να αποδείξει ότι τα κείμενα κρύβουν αληθινή μαγεία. Μπορούν με βαθιά ειλικρίνεια να μεταμορφώσουν τους ανθρώπους. Έχουν την ικανότητα να προβάλλουν μέσα από υποθετικές ιστορίες επινόησης, τις πιο μεγάλες αλήθειες. Εξάλλου, πόσες φορές η ίδια η Ζωή με απίστευτη εφευρετικότητα δεν ξεπέρασε τις υπερβολές των μυθιστορημάτων?...
Η έμπνευση αυτή τη φορά κέρδισε το στοίχημα: Ο Δον Ζουάν ξέφυγε από τις λευκές σελίδες που φιλοξενούσαν τη ζωή και τη δράση του. Έγινε σκιά στη σκέψη των γυναικών. Έγινε αλήθεια μέσα στην ανάγκη των αντρών ν’ αναστήσουν τη μαγεία της εφηβικής παρόρμησης.
Οι λέξεις απόκτησαν τη δύναμη που τους αρμόζει. Πολυδιάστατα νοήματα να περιγράφουν τοπία πλημμυρισμένης αντοχής. Ένα καλοκαίρι γεμάτο έρωτα.
Το βιβλίο πουλήθηκε παντού. Ξεφυλλίστηκε από όλους. Έγινε ανάρπαστο. Οι γυναίκες ξέφυγαν από τις αλυσίδες της φτηνής φυλακής τους. Διεκδίκησαν όνειρα ευφάνταστης εκπλήρωσης. Έγιναν ηρωίδες στο έργο της Ζωής. Ντύθηκαν αλήθειες που χώρεσαν μέσα στις απεικονίσεις των περιγραφών. Ένας παράδεισος επίγειας ολοκλήρωσης. Και εκεί στο απόγειο της ευτυχίας…..
…………
Τελευταία σελίδα συγγραφής…
Η έμπνευση αποκοιμήθηκε εκστασιασμένη από το ερωτικό αποκορύφωμά της.
Τα ηνία της συγγραφής τα ανέλαβε ο ρεαλισμός.
Σαρωτικά κινούμενος έφερε πρόωρο χειμώνα… Εκλογίκευσε κάθε επιχείρημα. Αναίρεσε κάθε ελπίδα στο απρόσμενο… Τύλιξε τη μαγεία στην τελευταία κόλλα αναφοράς και παρέδωσε το Τέλος στον εκδότη:
Ο Δον Ζουάν απομονωμένος στην έρημη παραλία της απογοήτευσης, είδε τον εαυτό του στη λίμνη που καθρεφτιζόταν ο Νάρκισσος.
Γέρος πια, ένιωσε πως όλα τελέστηκαν σε ένα μακρινό παρελθόν ή σε μία άλλη ζωή… ή από έναν άλλο πρωταγωνιστή…
Εκείνος στο περιθώριο της ζωής μέσα στα όρια μιας απάνθρωπης λήθης να μοιράζεται, σχεδόν παραισθητικά, στιγμιότυπα από ένα χθες που έφυγε ανεπιστρεπτί!...
Οι νεράιδες γέρασαν…
Το φεγγαρόφωτο χάθηκε πίσω από άγρια σύννεφα χρονικής καταιγίδας…
Δεν άντεξε…
Φτωχός από αναμνήσεις… χαμένος σε μία λήθη ανίατης ασθένειας πορεύτηκε προς το Τέλος…
Μαχαιρώθηκε από την τελευταία λέξη που γράφτηκε επικίνδυνα από το χέρι του ρεαλισμού:
~αντίο~…
Όταν ξύπνησε η έμπνευση ήταν πολύ αργά…
Όλα σκοτάδι…
Όλα κενό…
Κι ένας θάνατος να μυρίζει απώλεια Ονείρου!...
Μπροστά σε ένα σκηνικό άδειο από ήρωες η τελευταία φράση της:
-mea culpa…
Το επόμενο πρωί, ο συγγραφέας βρέθηκε νεκρός, με ένα τριαντάφυλλο scarlet carson πάνω στο στήθος του... στο μέρος της καρδιάς...
Η Ιδέα μετουσιώθηκε σε σταγόνα από kakia_p
Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010
Πήρε ένα βιβλίο και ξάπλωσε. Όχι δεν ήταν μόνη. Θα χανόταν και πάλι στις σελίδες του. Θα ένοιωθε έντονα δυνατά συναισθήματα, θα έμπαινε στο πετσί της ηρωίδας και θα ερωτευότανε ξανά. Μία θολή φιγούρα, ένα χαμόγελο, έναν ψίθυρο.. ένα τραγούδι.
Τον πιο αληθινό έρωτα, στα όνειρα της μόνο τον είχε συναντήσει. Η αλήθεια την διέψευσε. Έπρεπε να συμβιβαστεί πια.
Είχε βραδιάσει. Έσβησε τα φώτα, άναψε τ’ αστέρια στο παράθυρό της και φόρεσε ένα ζευγάρι φτερά από κείνα που κεντά η φαντασία και η αγάπη στο παραμύθι και την αλήθεια που αυτό κρύβει
Νύχτωσε για τα καλά. Κανείς δεν θα καταλάβαινε την απουσία της. Πέταξε λοιπόν. Πέταξε προς τα μέρη που η ψυχή επιθυμούσε, στον μικρό της, επίγειο παράδεισο, εκεί που ανθίζουν οι ψυχές σα μαργαρίτες που κρύβουν μια απάντηση στα χείλη. Ναι, η αγάπη Ζει μα μόνο στις καρδιές μας.. σάρκα και οστά μια φόρα μόνο παίρνει
-ένα όμως ήταν σίγουρο, χωρίς αγάπη δεν μπορούσε να ζήσει-
Νεράιδες, ξωτικά, πλάσματα πονεμένα και σιωπηλά, βασίλισσες, πρίγκιπες και δράκοι φαίνονταν από μακριά. Άραγε ήταν κι αυτά μέρος του βιβλίου, είχε μήπως αποκοιμηθεί, ή όλα αυτά εκτυλίσσονταν μπροστά της; Είχε σημασία; Μάλλον όχι.
Τον πιο αληθινό έρωτα, στα όνειρα της μόνο τον είχε συναντήσει. Η αλήθεια την διέψευσε. Έπρεπε να συμβιβαστεί πια.
Είχε βραδιάσει. Έσβησε τα φώτα, άναψε τ’ αστέρια στο παράθυρό της και φόρεσε ένα ζευγάρι φτερά από κείνα που κεντά η φαντασία και η αγάπη στο παραμύθι και την αλήθεια που αυτό κρύβει
Νύχτωσε για τα καλά. Κανείς δεν θα καταλάβαινε την απουσία της. Πέταξε λοιπόν. Πέταξε προς τα μέρη που η ψυχή επιθυμούσε, στον μικρό της, επίγειο παράδεισο, εκεί που ανθίζουν οι ψυχές σα μαργαρίτες που κρύβουν μια απάντηση στα χείλη. Ναι, η αγάπη Ζει μα μόνο στις καρδιές μας.. σάρκα και οστά μια φόρα μόνο παίρνει
-ένα όμως ήταν σίγουρο, χωρίς αγάπη δεν μπορούσε να ζήσει-
Νεράιδες, ξωτικά, πλάσματα πονεμένα και σιωπηλά, βασίλισσες, πρίγκιπες και δράκοι φαίνονταν από μακριά. Άραγε ήταν κι αυτά μέρος του βιβλίου, είχε μήπως αποκοιμηθεί, ή όλα αυτά εκτυλίσσονταν μπροστά της; Είχε σημασία; Μάλλον όχι.
ίσως η απουσία σου να είναι παρουσία
κάθε που κόβεις τη βραδιά
και χαμηλώνεις τ' άστρα
κι αυτά εκρήγνυνται θαρρείς
σε μύριες αχτίδες
ένα νεογέννητο αστέρι κρατάς στη χούφτα σου
πριν φύγεις... για να μην πω όταν εσύ δεν ήσουν
το παρόν και το μέλλον σου αβέβαιο υπήρξε στη ζωή μου
μα κάθε ανάμνηση κρατώ σφιχτά να μη μου φύγει
λες κι έχω δύναμη.. άυλη καθώς είναι
εγώ να την γεννήσω.. και σαν της δώσω τη ζωή
ξανά να στη χαρίσω......
κάθε που κόβεις τη βραδιά
και χαμηλώνεις τ' άστρα
κι αυτά εκρήγνυνται θαρρείς
σε μύριες αχτίδες
ένα νεογέννητο αστέρι κρατάς στη χούφτα σου
πριν φύγεις... για να μην πω όταν εσύ δεν ήσουν
το παρόν και το μέλλον σου αβέβαιο υπήρξε στη ζωή μου
μα κάθε ανάμνηση κρατώ σφιχτά να μη μου φύγει
λες κι έχω δύναμη.. άυλη καθώς είναι
εγώ να την γεννήσω.. και σαν της δώσω τη ζωή
ξανά να στη χαρίσω......
Κάποιες λέξεις σηκώνουν μεγαλύτερο φορτίο από κάποιες άλλες...
λέω αστέρια, φεγγαράδα, νοσταλγία
και βουρκώνω
λέω ελπίδα, αγάπη, αιώνια
και η καρδιά μου πάλλεται
λέω θάλασσα, κύματα, βράχια, λιμάνι...
και υποσυνείδητα γυρεύω μια αγκαλιά
λέω φτερούγισμα, ταξίδι, ηλιοβασίλεμα, χρώματα
και είμαι ήδη αλλού
λέω άνοιξη, λουλούδια, αρώματα
κι ανασταίνομαι
λέω κεραυνός, βροχή, ακατάπαυστη
κι αναστατώνομαι
μία λέξη όμως ποτέ ποτέ δεν θα την ξεστομίσω...
κι αυτό ίσως την κάνει ασήκωτη.....
λέω αστέρια, φεγγαράδα, νοσταλγία
και βουρκώνω
λέω ελπίδα, αγάπη, αιώνια
και η καρδιά μου πάλλεται
λέω θάλασσα, κύματα, βράχια, λιμάνι...
και υποσυνείδητα γυρεύω μια αγκαλιά
λέω φτερούγισμα, ταξίδι, ηλιοβασίλεμα, χρώματα
και είμαι ήδη αλλού
λέω άνοιξη, λουλούδια, αρώματα
κι ανασταίνομαι
λέω κεραυνός, βροχή, ακατάπαυστη
κι αναστατώνομαι
μία λέξη όμως ποτέ ποτέ δεν θα την ξεστομίσω...
κι αυτό ίσως την κάνει ασήκωτη.....
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


