VOULIARATINOS

GlitterGraphics
English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified


commentscute


thanks Comments

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011


.........................................................






Βράδυ καλοκαιριού, ζεστού και ασφυκτικού, σαν το φετινό. Όχι πολλά χρόνια πριν. Ίσως και κανένα. Δεν έχει σημασία. Εξάλλου, κάθε ιστορία πρέπει να είναι διαχρονική, να μην έχει περιορισμένα πλαίσια χρόνου και χώρου. Δυο κορμιά. Πάνω σε ένα σιδερένιο κρεβάτι. Γυμνά, ιδρωμένα, αναστατωμένα, με τη μυρωδιά του έρωτα διάχυτη επάνω τους. Εκείνος, με ακουμπισμένο το πρόσωπο επάνω στο στέρνο της. Εκείνη, να αφουγκράζεται την ανάσα του στην καρδιά της.
Σήκωσε το κεφάλι του και άπλωσε το χέρι του επάνω στο κορμί της. Αυτό, ανακάλυψε εκ νέου τις πτυχές του σώματός της. Ενός σώματος που τον γέμιζε ηδονικούς αναστεναγμούς, ανομολόγητες σκέψεις και βίαιες εκτονώσεις. Την κοίταξε στα μάτια, καθώς χάιδευε τις ρώγες της που ήταν ήδη ερεθισμένες. Άφησε το χέρι του να κυλήσει κατά μήκος της νοητής γραμμής που ενώνει το λαιμό με το εφηβαίο της. Το ακούμπησε. Υγρό.
Εκείνη, έχει κλειστά τα μάτια και αισθάνεται. Η ανάσα της είναι κοφτή, αισθαντική. Που και που, ήχοι απόλαυσης αναβλύζουν από το κλειστό της στόμα. Συσπάται ολόκληρη.
‘Πάντα αναζητούσα ένα κορμί που να με ταξιδεύει’ γύρισε και της είπε, σπάζοντας το φράγμα της ερωτικής σιωπής που είχε απλωθεί ανάμεσά τους. ‘Και τώρα το βρήκες;’ ρώτησε λάγνα εκείνη. ‘Ναι’ ομολόγησε κοφτά και γέρνοντας τα χείλη του στα δικά της, την φίλησε. Απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της. Έβαλε το χέρι του σαν αντιστήριγμα στο κεφάλι του και γυρισμένος στο πλάι, την κοίταξε.
Ένοιωσε την ανάγκη να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Ένοιωσε την ανάγκη να την ‘κοινωνήσει’ στις σκέψεις του για εκείνη. Ξεκίνησε να της μιλάει χωρίς δεύτερη σκέψη.
‘Είσαι αυτό που πάντα περίμενα. Αυτό, που πάντα ήθελα. Ανάλωσα τη ζωή μου, ψάχνοντας εικόνες να γεμίσω την ψυχή μου. Ψάχνοντας να βρω μέρη και τοποθεσίες που θα μου μείνουν αξέχαστες και θα με συγκλονίσουν. Γύρισα μέρη, είδα ανθρώπους, ανακάλυψα πολιτισμούς, ιδέες και τρόπο ζωής. Όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συγκρίνονται με το θαύμα που ανακαλύπτουν τα μάτια μου, κάθε φορά που βλέπω εσένα.
Αρχικά, τα μάτια σου. Δεν θα ακουστεί τετριμμένο αν πω ότι είναι δυο θάλασσες βαθιές, που ο ήλιος δεν φτάνει να τις φωτίσει ολοκληρωτικά. Δυο θάλασσες δικές μου. Μόνο εγώ μπορώ να τις εξερευνήσω, μόνο εγώ μπορώ να βουτήξω μέσα τους και να βγω σώος. Όλη σου η ψυχή, στα μάτια σου. Όλη εσύ, στα μάτια σου. Υγρά ή στεγνά, ανοιχτά ή κλειστά, όλα εκεί μέσα. Όλος εκεί μέσα. Σαν ταξίδι στο απέραντο βαθύ καθάριο των ελληνικών θαλασσών, που τις λούζει ο ήλιος, το φεγγάρι και τ’ αστέρια.
Ύστερα, τα χείλη σου. Το γλυκό φιλί σου. Πάθος. Πόσο μου αρέσει το πάθος! Πόσο μου αρέσει η αίσθηση των χειλιών σου. Απαλά και αισθησιακά. Γλυκά και τρυφερά. Τα προσεγγίζω ευλαβικά, τα φιλάω αισθαντικά. Κλείνω τα μάτια και αισθάνομαι. Τόση γλύκα. Σαν καλοκαιρινό γλυκό του κουταλιού, φτιαγμένο από χέρι νοικοκυράς στην χώρα ενός νησιού του Αιγαίου. Φτιαγμένο με αγάπη και πάθος για την τελειότητα.
Το μυαλό μου, ορίζει σαν συνέχεια του ταξιδιού, τα στήθη σου. Στήθη γεμάτα και ζωντανά. Με ρώγες σκληρές. Τις ρουφάω. Τις γλύφω. Τις δαγκώνω. Κι’ όμως, αυτές εκεί να αντιστέκονται στο χάδι μου, να γίνονται όλο πιο σκληρές και ροδοκόκκινες. Σαν φρεσκοκομμένο καρπούζι. Κόκκινο και ζουμερό. Να τρως και να μην χορταίνεις.
Και τότε επαναστατώ. Όλος ο ανδρισμός μου στο μεγαλείο του. Καίγομαι να εισχωρήσω μέσα σου. Και μπαίνω. Και τότε το ταξίδι απογειώνεται. Και τότε το ταξίδι ξεφεύγει από τα ανθρώπινα όρια. Και ανεβαίνει στ’ αστέρια. Και ενώνεται με το ‘υπέρτατο ον’. Κάνω έρωτα μαζί σου και ολοκληρώνομαι. Και βλέπω χίλια ηλιοβασιλέματα στα μάτια σου. Σαν τα ηλιοβασιλέματα στην Οία.
Και όταν τελειώνω και δεν μπορώ να πάρω ανάσα, γέρνω πλάι σου αποκαμωμένος. Και ‘συ τρυφερά μου χαϊδεύεις τα μαλλιά και μου ψιθυρίζεις πόσο μ’ αγαπάς. Και τότε μέσα μου, εύχομαι να έρθει το πιο όμορφο ταξίδι απ’ όλα. Να γεννηθεί μέσα σου ο καρπός του έρωτά μας. Να γίνουμε ένα στο πρόσωπο μιας νέας ζωής. Να ήξερες πόσο το περιμένω. Αγάπη μου’.
Αυτά είπε και έσκυψε και την φίλησε. Εκείνη, τον αγκάλιασε τρυφερά και δεν είπε κουβέντα. Απλά, ένοιωσε να κυλάει στο μάγουλό της ένα δάκρυ χαράς και ένα γέλιο ολάνθιστο εμφανίστηκε στα χείλη της.

Χαρισμένο στη γυναίκα που με έκανε να νοιώσω…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου