VOULIARATINOS

GlitterGraphics
English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified


commentscute


thanks Comments

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

                     ..................................................................




Κάθομαι με μια νωχελική αίσθηση στην άκρη του κρεβατιού μου με κάποιο βιβλίο στο χέρι. Αισθάνομαι ξαφνικά ένα ελαφρύ άγγιγμα στον αριστερό μου ώμο. Το κεφάλι μου γεμίζει μ' ένα αέναο ψιθύρισμα, ενώ το κορμί μου διαπερνά μια ανατριχιαστική αύρα. Γυρίζω το κεφάλι μου σχεδόν από αφηρημάδα προς τα κεινο το μέρος. Το βιβλίο μου πέφτει από τα χέρια. Αρχίζω να ζαλίζομαι. Η φωνή μου στερείται τώρα κάθε ευφυίας λόγου, τα άκρα μου παραλύουν, κάθε σκέψη σβήνει άξαφνα απ' το νου μου και μαγεύομαι απ' την εικόνα του. Ένας άγγελος. Ένας άγγελος μπροστά μου. Τα φτερά του πελώρια γεμίζουν το κενό του δωματίου μου. Τα μαλλιά και τα μάτια του κατάμαυρα δένουν αρμονικά με το μακρύ του ένδυμα. Η αύρα που εκπέμπει μακάβρια. Το προσωπό του δε φαίνεται. Βαθιά τα χαρακτηριστικά του κρύβονται πίσω από μια γελαστή μάσκα. Μα το 'βλεπα καθαρά. Μόνο το βλέμμα του διακρινόταν κει πίσω. Αυτά τα μάτια. Έβλεπα μόνο πόνο και λύπη. Ίσως και λίγο φθόνο. Τα ξέρω καλά αυτά τα συναισθήματα. Κι εγώ δε φοράω όμως τη δική μου μάσκα. Χωρίς την μάσκα μου δεν ξέρω πως μοιάζω, τι να αισθανθώ και πως να αντιδράσω. Μα είμαι σίγουρος πως τώρα αισθανόμουν τρόμο. Και κάτι άλλο. Κάτι οικείο που με οδηγούσε νοερά κοντά του.
Στεκόταν για ώρα κει ψηλά και με κοιτούσε. Μόνο αυτό. Με κοίταζε. Το βλέμμα του όσο περνούσε η ώρα γινόταν όλο και πιο ζεστό, η αύρα του όλο και πιο χαρούμενη και η μάσκα του άρχισε να ραγίζει. Φοβήθηκα ξανά. Μα συνέχισα να τον κοιτώ αποσβολωμένος από δική μου περιέργεια και από δική του ομορφιά. Δεν μιλούσε. Δεν έλεγε τίποτα.
Γινόταν όλο και πιο ζεστή τώρα η αύρα του. Τόσο ζεστή που καταντούσε αποπνικτική. Τώρα ασφυκτιούσα κι εγώ κοντά του. Άρχισα να ιδρώνω, η ανάσα μου να μικραίνει κι εκείνος να με κοιτάζει όλο και με πιο ζεστή έκφραση. Κολλημένος στην ίδια θέση, σαν από πέτρα καμωμένος, δεν μπορούσα να κινηθώ. Απλώς ένιωθα. Ένιωθε κι αυτός. Το αισθανόμουν. Το αισθανόταν. Το αισθανόμασταν. Τα φτερά του άρχισαν να πετούν σπίθες. Σπίθες που έγιναν φλόγες. Κι οι φλόγες φωτιά. Μια μεγάλη φωτιά που τύλιξε ακαριαία όλο του το σώμα. Μα δεν φώναξε ούτε στιγμή. Δεν πονούσε. Η μάσκα του είχε σχεδόν λιώσει. Στεκόμουν ακόμη εκεί με παγωμένο το βλέμμα ανήμπορος ν' αντιδράσω. Δεν φαινόταν πλέον το σώμα του. Είχε γίνει μια φλόγα ολάκερος. Άρχισα να τρέμω, να φοβάμαι τώρα περισσότερο από ποτέ. Για κείνον. Γιατί υπέκυπτε χωρίς ν' αντιδράσει σε τούτο το μαρτύριο? Λες και χαιρόταν γι' αυτό. Φοβόμουν γι' αυτόν. Ακόμη δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Κάτι με κρατούσε χάμω. Μια αόρατη δύναμη.
Με μιας η φλόγα σβήνει, ο άγγελος χάνεται και ένα γυμνό σώμα αιωρείται στο δωμάτιο σαν να το παρασέρνει αργά η βαρύτητα. Σαν να λύθηκα ξαφνικά. Τα χέρια μου κινούνται. Τα πόδια μου. Με μια μουδιασμένη, βεβιασμένη κίνηση αρπάζω την μορφή του λίγο πριν φτάσει στο πάτωμα. Είναι ελαφριά. Είναι αγνή. Είναι όμορφη. Η μάσκα έχει σχεδόν διαλυθεί. Είναι το μόνο που έχει μείνει τώρα πάνω του. Πάνω της. 
Είναι γυναικεία η μορφή. 
Με τα δάχτυλά μου παραμερίζω τα απομεινάρια της μάσκας και.. σ' αναγνωρίζω. 
Είσαι εσύ τελικά. 
Πάντα σε φανταζόμουν άγγελο. Μα όχι έτσι.
Ανοίγεις τα βλέφαρά σου.
Με κοιτάζεις βαθιά στα μάτια και μου λες..
"Μ' έσωσες."
"Εγώ? 
Μα πως? 
Γιατί? 
Μα δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.
Με κρατούσες εκεί. 
Δεν έκανα τίποτα."
"Κι όμως. 
Με το ζεστό σου βλέμμα και την αγάπη σου βγήκα ζωντανή απ' την φωτιά."
"Σου είχα πει ότι θα βγεις ζωντανή απ' την φωτιά. Δεν μ' άκουσες."
"Δεν σε πίστεψα."
"Γιατί? 
Απλά εμπιστέψου με."
"Δεν ξέρω αν μπορώ.
Κοίτα, βγήκα ζωντανή αλλά άδεια.
Άδεια από συναισθήματα. 
Έχεις να μου δώσεις?"
"Πολλά. Πόσα θέλεις?"
"Όσα νομίζεις ότι μου αξίζουν."
"Δηλαδή όλα. Τα πάντα."
"Υπερβολικός", μου λες κι αρχίζεις να τρέμεις. "
Δεν μπορώ χωρίς την μάσκα μου.
Βοήθησέ με.
Δωσ' μου μια άλλη."
"Δεν τη χρειάζεσαι πια. 
Εγώ είμαι εδώ.", απαντώ.
"Οχι, όχι, δεν ξέρεις. 
Μου είναι απαραίτητη. 
Δώσε μου κάτι, σε παρακαλώ."
"Πάρε αυτήν", σου λέω, "
Την έφτιαχνα από καιρό για μένα αλλά βλέπω πως τώρα εσύ την έχεις περισσότερο ανάγκη.
ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΣΚΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΖΗΤΗΣΕΣ."
"Ευχαριστώ", παίρνεις την μάσκα στα χέρια σου και είσαι έτοιμη να την φορέσεις."
"Μια τελευταία αγκαλιά", σου ζητάω.
"Γιατί τελευταία? 
Αλλά αν το θες.." 
Μείναμε αγκαλιασμένοι για λίγα δευτερόλεπτα.
Το δάκρυ μου δεν άντεξε...
Κύλησε...
"Τι έχεις?", με ρώτησες.
"Τίποτα, φόρα τη να τελειώνουμε. Τα λέμε.", απαντώ δακρυσμένα.
Φοράς την μάσκα και χάνεσαι. Εσύ το επέλεξες. Πάψε να φωνάζεις τώρα. 
Δεν θέλω να σ' ακούω. 
Δεν υπάρχεις έτσι κι αλλιώς.
Χάθηκες. 
Βλέπεις.. η μάσκα.
Αυτό δεν μου ζήτησες? 
Μια ΜΑΣΚΑ ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΣΑΙ. 
Τώρα την έχεις. 
Κι ας μη σε βλέπω ούτε 'γω. 
Ας μην σε ξαναδώ. 
Αρκεί εσύ να 'σαι ευτυχισμένη......

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου